Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2014



Ελένη Γλυκατζή Αρβελέρ (Μεταίχμιο)




Το πολύ πετυχημένο και εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ, έπειτα από χρόνια απουσίας, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ. Το βιβλίο που αγαπήθηκε από το ευρύ κοινό, στο οποίο και απευθύνεται, είναι ένα απόσταγμα, σχεδόν βιωματικό, από την πολύχρονη διδασκαλία της διαπρεπούς βυζαντινολόγου στη Σορβόννη. Σύμφωνα με την ίδια «απευθύνεται σε όσους από τους Νεοέλληνες ταλανίζονται με το πρόβλημα της ελληνικής ιστορικής συνέχειας και στους ξένους (κυρίως τους Δυτικοευρωπαίους και τους Αμερικανούς βλαστούς τους) που αρκούνται στην επιλεκτική γνώση του παρελθόντος τους». 
Χρησιμοποιώντας κείμενα-κλειδιά, η συγγραφέας αναλύει εκείνα τα επιτεύγματα που αναδεικνύουν το Βυζάντιο ως την πρώτη ευρωπαϊκή αυτοκρατορία και που εξηγούν το πολιτισμικό μεγαλείο του και την ασυνήθη για παγκόσμια δύναμη μακροβιότητά του. Μια επιστημονικά τεκμηριωμένη έκδοση για όλους τους αναγνώστες, πάντα επίκαιρη, από την Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, μια από τις πλέον εξέχουσες πανεπιστημιακές προσωπικότητες με ιδιαίτερα σημαντική εργογραφία που παραμένει σημείο αναφοράς των μελετητών.
Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ είναι η πρώτη γυναίκα πρόεδρος του τμήματος Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης (1967). Το 1976 γίνεται πρύτανης του Πανεπιστημίου της Σορβόννης και καταγράφεται ως η πρώτη γυναίκα πρύτανης στη μέχρι τότε ιστορία των 700 χρόνων του Πανεπιστημίου. Στη συνέχεια ανακηρύσσεται πρύτανης του Πανεπιστημίου της Ευρώπης. Επίσης διετέλεσε Πρόεδρος του Πανεπιστημίου Παρισίων, Πρύτανης των Πανεπιστημίων Παρισίων και Πρόεδρος του Κέντρου Georges Pompidou-Beaubourg. Θεωρείται μια απ' τις πλέον εξέχουσες πανεπιστημιακές προσωπικότητες, ιδιαίτερα στη Βυζαντινολογία, με πολύ μεγάλο αριθμό σχετικών διαλέξεων και ομιλιών ανά τον κόσμο. Η εργογραφία της είναι ιδιαιτέρως σημαντική και παραμένει σημείο αναφοράς των μελετητών.
Απόσπασμα από το βιβλίο
Α. Ίδρυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας
«Αρχή παιδεύσεως και σοφίας η των ονομάτων επίσκεψις» έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες. Το όνομα Βυζάντιο θέτει το πρώτο πρόβλημα. Και αυτό γιατί ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε την εποχή εκείνη από αυτούς που ορίζει σήμερα. Οι όροι «Βυζάντιο» και «Βυζαντινός», που περιγράφουν την περίοδο της μεσαιωνικής ιστο-ρίας των χωρών που αποτέλεσαν την αυτοκρατορία, την οποία σήμερα ονομάζουμε καταχρηστικά Βυζαντινή, εφευρέθηκαν από τους πρώτους μελετητές της εποχής και της περιοχής αυτής. Καθολικοί ιερωμένοι, οι οποίοι αρνήθηκαν, για λόγους ιδεολογικούς, να ονομάσουν την αυτοκρατορία των σχισματικών, πάντα κατ’ αυτούς, ορθοδόξων χριστιανών, με το επίσημο όνομά της, που ήταν το Ρώμη και ρωμαϊκή πολιτεία. Το ευγενές αυτό όνομα παρέπεμπε, έλεγαν, στην καθολική Ρώμη και όχι στην Κωνσταντινούπολη. Η ονομασία Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης, που θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηρίσει τη Βυζαντινή αυτοκρατορία, αποκλείστηκε και αυτή, γιατί ανήκε, πάντα κατά τους Bollandistes, στην αυτοκρατορία που ίδρυσαν με αυτό το όνομα οι σταυροφόροι όταν κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη το 1204, αυτοκρατορία που διήρκεσε ως το 1261, όταν δηλαδή ο Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος ανακατέλαβε την Κωνσταντινούπολη κάνοντας τότε ακριβώς και έμβλημα της αυτοκρατορίας του τον δικέφαλο αετό –πριν ήταν ο ρωμαϊκός μονοκέφαλος αετός–, με το σκεπτικό ότι έπρεπε να κοιτά Ανατολή και Δύση, να αγκαλιάζει δηλαδή το βλέμμα του την ακεραιότητα των κτήσεων και των κατακτητικών επιδιώξεων της αναστημένης στην Κωνσταντινούπολη αυτοκρατορίας. Ρώμη, λοιπόν, ονομαζόταν η αυτοκρατορία του Βυζαντίου –οι «έξω Ρώμης» είναι οι εκτός αυτοκρατορίας για τους Βυζαντινούς–, Ρωμανία, και όχι Ρουμανία, τα εδάφη που την απαρτίζουν, και βέβαια Ρωμαϊκή πολιτεία, Ρωμαϊκό κράτος και Ρωμαίοι οι πολίτες του. «Πιστός εν Χριστώ τω Θεώ βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων» ο κάθε αυτοκράτορας· αυτός είναι ο επίσημος τίτλος του βυζαντινού αυτοκράτορα ως το τέλος της αυτοκρατορίας, ως το 1453, τίτλος που αντικατέστησε το Imperator μετά την επικράτηση της ελληνικής γλώσσας. Και το μεν βασιλεύς δήλωνε την οικειοποίηση από τη βυζαντινή καγκελαρία, μετά την κατάλυση από τον αυτοκράτορα Ηράκλειο (610-641) της Περσικής αυτοκρατορίας, του τίτλου Βασιλεύς βασιλέων του Πέρση μονάρχη, ενώ ο χαρακτηρισμός «Ρωμαίων», ονομασία που για τους Βυζαντινούς ήταν αυτονόητη, προστέθηκε στον αυτοκρατορικό τίτλο, μετά τη διαμάχη με την Αγία Ρωμαϊκή αυτοκρατορία των Οθωνιδών, που ιδρύθηκε μετά τον Καρλομάγνο, δηλαδή τον Κάρολο τον Μέγα των Δυτικών, αυτού που στέφθηκε αυτοκράτωρ από τον πάπα Λέοντα Γ’ στη Ρώμη το 800. Το όνομα Ρωμαίος στον τίτλο του βυζαντινού αυτοκράτορα υπογράμμισε το ότι μοναδικός κληρονόμος και συνεχιστής της παγκόσμιας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ήταν μόνο το Βυζάντιο. Η χρήση του όρου «Ρωμαϊκός» ή «Ρώμη» από οποιονδήποτε άλλον ήταν λοιπόν για τους Βυζαντινούς σφετεριστική και καταχρηστική.
Είναι ίσως χρήσιμο να αναφέρω εδώ ότι το νόθο έγγραφο, το γνωστό ως Κωνσταντίνειος Δωρεά, σύμφωνα με το οποίο ο Μέγας Κωνσταντίνος φεύγοντας για την Κωνσταντινούπολη δώρισε την Παλαιά Ρώμη στον τότε πάπα Σίλβεστρο, κατασκευάστηκε από τις παπικές αρχές (τέλος 8ου αιώνα-αρχές 9ου αιώνα) για να καταπολεμήσουν τις απαιτήσεις της πολιτικής εξουσίας της Δύσης σχετικά με την ονομασία των επισκόπων. Το έγγραφο δεν καταγγέλθηκε ως νόθο από την Κωνσταντινούπολη, γιατί, άθελά του, άφηνε να εννοηθεί ότι οι κληρονόμοι των Ρωμαίων αυτοκρατόρων εδρεύουν έκτοτε στην Κωνσταντινούπολη, πράγμα που αφαιρούσε κάθε δικαίωμα αυτοκρατορικής απαίτησης από τους ηγεμόνες της Δύσης.
Επεκτάθηκα στο πρόβλημα του ονόματος, όχι μόνο για να εξηγήσω γιατί οι Διαμαρτυρόμενοι-Προτεστάντες βυζαντινολόγοι, μέχρι χθες ακόμη, ονόμαζαν το Βυζάντιο Ανατολική Ρωμαϊκή ή Ύστερη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, αλλά και για να σημειώσω αυτό που με κάποια υπερβολή έγραψε ο J. Bury: «Το Βυζάντιο δεν υπήρξε ποτέ, η Ρώμη έπεσε το 1453». Έπρεπε να αποδεχθούν και οι Έλληνες το όνομα Βυζάντιο, αντί της Ρωμιοσύνης και του Ρωμιός, ιδρύοντας και σχετική έδρα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών [σε αυτό ακολούθησαν το παράδειγμα για ίδρυση έδρας με το όνομα Βυζαντινή, που πρώτη έδωσε η Σορβόννη], για να γίνει παγκοσμίως δεκτό το αδόκιμο όνομα Βυζάντιο για τη μεσαιωνική ελληνική αυτοκρατορία, όνομα που οι Bollandistes, όπως σημειώσαμε, πρώτοι πρότειναν, γνωρίζοντας ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος ίδρυσε την Πόλη στην οποία έδωσε το όνομά του ακολουθώντας μια μακεδονική, αλεξανδρινή παράδοση, στα ερείπια της μεγαρικής αποικίας του Βυζαντίου. Αυτό εξηγεί άλλωστε γιατί μερικοί αρχαΐζοντες βυζαντινοί λόγιοι, π.χ. ο Μιχαήλ Ψελλός ή ο Μιχαήλ Χωνιάτης, ο κακώς λεγόμενος Ακομινάτος, χρησιμοποιούν τους όρους Βυζάντιο και Βυζαντινός ή Βυζάντιος για να δηλώσουν την Κωνσταντινούπολη και τους κατοίκους της, αλλά ποτέ για τους κατοίκους της αυτοκρατορίας στο σύνολό τους.
Η επισταμένη εξέταση του ονόματος της Βυζαντινής αυτοκρατορίας επιτρέπει τώρα να δώσουμε συνοπτικά τον ορισμό του Βυζαντίου: Βυζάντιο είναι, και ονομάζεται έτσι σήμερα, η πολιτεία, η αυτοκρατορία που κληρονόμησε και συνέχισε το πολίτευμα, το κράτος της αρχαίας αυτοκρατορικής Ρώμης, κυρίως στο ανατολικό τμήμα της παλιάς ρωμαϊκής επικράτειας, με αναφορά την πρωτεύουσα πόλη Κωνσταντινούπολη, που γρήγορα ονομάστηκε Νέα Ρώμη και κάποτε Δευτέρα ή Ετέρα. Ωστόσο, η αδιαφιλονίκητη αυτή σχέση του Βυζαντίου με τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία δεν είναι το μόνο ειδοποιό χαρακτηριστικό της νέας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Η πρεσβυτέρα Ρώμη παρέδωσε τα σκήπτρα στη νεωτέρα, για λόγους που σημάδεψαν την παγκόσμια ιστορία της εποχής, μιας εποχής κατά την οποία η Μεσόγειος διεκδικούσε το μονοπώλιο, θα λέγαμε, της ιστορίας.
Η μετάλλαξη της Ρώμης σε Βυζάντιο γίνεται υπό την πίεση τριών παραγόντων: 1) των βαρβαρικών εισβολών του 3ου και 4ου αιώνα, 2) της απειλής της τότε Περσικής αυτοκρατορίας, που διεκδικεί από τη Ρώμη την παγκόσμια αυτοκρατορία (το Dominium mundi) και 3) της διάδοσης του χριστιανισμού, της νέας θρησκείας, της οποίας οι οπαδοί όλο και περισσότερο διαδραματίζουν σημαίνοντα ρόλο στα τεκταινόμενα της εποχής. Η συμβολή του ανατολικού τμήματος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (Pars Orientis) γίνεται όλο και πιο αναγκαία και βαρύνουσα για την επίλυση των προβλημάτων αυτών. Η Ανατολή αντιμετωπίζει πρώτη τα κύματα των βαρβαρικών επιδρομών πριν αυτά ξεχυθούν προς τη Δύση· ανατολικά βέβαια υπάρχει η περσική απειλή και στην Ανατολή ακμάζει ο νεοπαγής χριστιανισμός: να θυμηθούμε ότι οι επτά λυχνίες της Αποκάλυψης που δηλώνουν τα περίλαμπρα χριστιανικά κέντρα της εποχής είναι και οι επτά πόλεις της Μικρασίας (Πέργαμος, Σμύρνη, Έφεσσος, Σάρδεις, Λαοδίκεια, Θυάτειρα, Φιλαδέλφεια), λογικά και η προσοχή του οξυδερκούς αυτοκράτορα Κωνσταντίνου στρέφεται προς την Ανατολή. Έτσι δίνει δικαίωμα στους χριστιανούς να ασκούν ελεύθερα τα θρησκευτικά τους καθήκοντα (αυτή είναι η σημασία του διατάγματος του Μιλάνου-Μεδιολάνου του 312), για να τους επιστρατεύσει ευκολότερα εναντίον των εξωτερικών εχθρών της αυτοκρατορίας, και κτίζει την Κωνσταντινούπολη στην Ανατολή, στο νευραλγικό μεταξύ Ευρώπης και Ασίας πέρασμα, σταθμό της ναυτικής αρτηρίας, που από τη Μεσόγειο οδηγούσε στον Εύξεινο Πόντο, για να αντιμετωπίσει τη βαρβαρική απειλή γρηγορότερα, αλλά κυρίως για να κινητοποιήσει τα στρατεύματα της Ρώμης κατά της αδιάκοπης προσπάθειας των Περσών να διαβρώσουν τα αυτοκρατορικά εδάφη σε Συρία, Μεσοποταμία και Περσαρμενία. Το νέο αυτό κέντρο, η Κωνσταντινούπολη, από καταβολής του έγινε κέντρο χριστιανικό· γρήγορα η Κωνσταντινούπολη ονομάστηκε εκτός από Νέα Ρώμη, Νέα Ιερουσαλήμ και Νέα Σιών, άσχετο αν ο ιδρυτής της δεν ήταν ασφαλώς ακόμη χριστιανός –αμφισβητείται άλλωστε το αν ποτέ βαφτίστηκε–, όταν την 11η Μαΐου του 330 εγκαινίαζε την πόλη του, που αφιέρωσε αμέσως, όπως γράφει η αναθηματική ιδρυτική στήλη, στον Δεσπότη Χριστόν: «Σοι Χριστέ Κόσμου Βασιλεύς και δεσπότης, σοι προστίθημι την δε την δούλην πόλιν και σκήπτρα της δε και το παν Ρώμης κράτος, φύλαττε ταύτην, σώζε δ’ εκ πάσης βλάβης». Αργότερα θα προστεθεί και η Παναγία η Οδηγήτρια, ως προστάτιδα της χριστιανικής πρωτεύουσας και των αυτοκρατορικών δυνάμεων. Το κείμενο της αναθηματικής στήλης υπογραμμίζει, μεταξύ άλλων, την ταύτιση της Κωνσταντινούπολης με όλη την αυτοκρατορία. Το φαινόμενο αυτό, που ονόμασα αλλού κωνσταντινοπολίτικη πόλωση, σημαδεύει όλη τη μακραίωνη ιστορία του Βυζαντίου.
Έτσι, στη ρωμαϊκή ρίζα του Βυζαντίου προστέθηκε η χριστιανική καταβολή, αλλά και η Κωνσταντινούπολη ως πρωτεύουσα πόλη της ανατολικής αυτοκρατορίας της Ρώμης, του ανατολικού τμήματός της, του προ πολλού εκχριστιανισθέντος και του, από την αλεξανδρινή κατάκτηση και εδώ, βαθιά εξελληνισθέντος. Να συνοψίσουμε λοιπόν όλα τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά που δη-μιούργησαν το Βυζάντιο, δίνοντας τον ουσιαστικό ορισμό της Βυζαντινής αυτοκρατορίας: Βυζάντιο είναι η εκχριστιανισμένη και εξελληνισμένη Ρωμαϊκή ανατολική αυτοκρατορία με την Κωνσταντινούπολη για πρωτεύουσα. Ο πλήρης αυτός ορισμός της Βυζαντινής αυτοκρατορίας θέτει νέο πρόβλημα σχετικά με τον χρόνο της γένεσης της πολιτείας αυτής, γιατί είναι αυτονόητο ότι, πλέον της θεμελιακής ρωμαϊκής υπόστασής της, η Βυζαντινή αυτοκρατορία χρειάστηκε πολύ χρόνο για να εκριζώσει την αρχαία ειδωλολατρία –ελληνική την έλεγαν οι Βυζαντινοί– και για να επιβάλει ως επίσημη γλώσσα τα ελληνικά, απέναντι κυρίως στα λατινικά, αλλά και για να εδραιώσει την εξουσία της απέναντι σε εισβολείς και αντιπάλους που απειλούσαν την ακεραιότητά της και αμφισβητούσαν βέβαια την παγκοσμιότητά της· αυτήν που διεκδικούσε ως μοναδική και οργανική κληρονόμος της Ρώμης από την ίδρυση της και ασφαλώς, αν όχι ως το τέλος της, ως τη διάλυσή της από τη φραγκική κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης, το 1204.
Πολλές οι προτάσεις για τον χρόνο ίδρυσης της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ανάλογα με το χαρακτηριστικό που θεωρείται κάθε φορά καθοριστικό. Μίλησαν για την αρχή του Διοκλητιανού (284) λόγω του διαχωρισμού της αρχαίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας σε Ανατολική και Δυτική. Αναφέρθηκαν στον Θεοδόσιο τον Μεγάλο (379-395), γιατί αυτός (και όχι ο Κωνσταντίνος όπως πολλοί νομίζουν) επέβαλε τον χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία του κράτους, που μετά τον θάνατό του χωρίστηκε οριστικά σε ανατολικό και δυτικό. Άλλοι τέλος φτάνουν στα μεταϊουστινιάνεια χρόνια –τέλος 6ου αρχές 7ου αιώνα– για να υπογραμμίσουν την υπερίσχυση της ελληνικής γλώσσας, τόσο στην κρατική μηχανή, όσο και στην πνευματική ζωή της πολυεθνικής αυτοκρατορίας που ήταν, όπως άλλωστε και κάθε αυτοκρατορία, το Βυζάντιο.
Να πούμε ότι, έστω συμβατικά, είναι σήμερα αποδεκτό ως χρόνος της γένεσης της αυτοκρατορίας το έτος 330, το Εγκαίνιο δηλαδή της Κωνσταντινουπόλεως. Άσχετο τώρα αν δεν είχε ακόμη εγκαταλειφθεί η πρωτεύουσα Ρώμη και αδιάφορο αν δεν έγινε τότε η translatio imperii [μεταφορά της αυτοκρατορίας από την Παλαιά στη Νέα Ρώμη], ούτε βέβαια και η translatio legis (νόμου). Ίσως ορθότερα θα πρέπει να μιλήσουμε για διπλή Ρώμη –η Κωνσταντινούπολη προικίσθηκε με θεσμούς που κοσμούσαν την Παλαιά Ρώμη, όπως γερουσία, επαρχιακή αρχή κ.λπ.–, αλλά δεν μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι το 330 η Αιωνία Πόλις, η Roma Aeterna, έσβησε εμπρός στην ομώνυμό της Νέα και Ωραία, όπως θέλουν οι εγκωμιαστές της Πόλης. Η Παλαιά Ρώμη μένει πάντα Αιωνία και Πρώτη. Ωστόσο, η θεωρία της Roma mobilis, δηλαδή της Κινητής Ρώμης, κάνει κάθε πόλη όπου διαμένει ο Ρωμαίος αυτοκράτορας να είναι, έστω παροδικά, η πρωτεύουσα πόλη. Θα πρέπει να φτάσει η καταστροφή της Παλαιάς Ρώμης από τους Γότθους του Αλάριχου (410) και λίγο μετά η διάλυση της Δυτικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (476) για να γίνει η Κωνσταντινούπολη η μόνη αυτοκρατορική Ρώμη. Η Κωνσταντινούπολη γίνεται πραγματική από τότε πρωτεύουσα με τη σημερινή έννοια του όρου, γιατί όποιος κατέχει την Κωνσταντινούπολη είναι και κύριος όλης της αυτοκρατορίας. Πόλις, λοιπόν, η Κωνσταντινούπολις Βασιλεύουσα, αμετακίνητη έδρα της αυλής και του θρόνου, αλλά και της συγκεντρωτικής κεντρικής διοίκησης της αυτοκρατορίας και βέβαια της εκκλησίας, του ομώνυμου δηλαδή πατριαρχείου.
Λογικά τίθεται λοιπόν τώρα το ερώτημα ποιες είναι οι περιοχές της παλαιάς Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας που βρίσκονται κατά καιρούς υπό τη δικαιοδοσία της Κωνσταντινούπολης; Το πρόβλημα δηλαδή των συνόρων του Βυζαντίου, του κράτους που, όπως σημειώσαμε, αναπτύχθηκε στο ανατολικό τμήμα της αρχαίας Ρωμαϊ-κής αυτοκρατορίας, αλλά που ως μοναδικός οργανικός συνεχιστής της αυτοκρατορίας εκείνης δεν έπαψε, κατά το δυνατόν, να διεκδικεί το σύνολο της κληρονομιάς της, δηλαδή τη ρωμαϊκή παγκοσμιότητα, σύμφωνα με την οποία κάθε γη προσβάσιμη και κάθε θάλασσα πλωτή ανήκει στη Ρώμη. Η θεωρία αυτή της αποκατάστασης της αρχαίας αυτοκρατορίας στα παλαιά της σύνορα, υπό την αιγίδα του Βυζαντίου, η ιδέα της ενοποίησης της αυτοκρατορίας υπό την Κωνσταντινούπολη, γνωστή ως πολιτική της Renovatio, της Reconquista, διατρέχει την αυτοκρατορική βυζαντινή ιδεολογία χωρίς διακοπή. Στηρίζεται στην πίστη ότι ο χριστιανός αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης είναι ο επίγειος αντιπρόσωπος του Θεού, με το σκεπτικό ένας Θεός στον ουρανό και ένας βασιλεύς στη γη, ο χριστιανός αυτοκράτορας, όπως το καθορίζει ο Ευσέβιος στον λόγο που απηύθυνε στον Μέγα Κωνσταντίνο για τα τριάντα χρόνια της βασιλείας του. Στην πεποίθηση άλλωστε αυτή αναφέρεται και η πίστη στην αιωνιότητα της αυτοκρατορίας, όπως την εξέφρασε τον 6ο αιώνα ο Κοσμάς Ινδικοπλεύστης: «το Κράτος των Ρωμαίων ου καταλυθήσεται, θα μείνει αλώβητον ανά τους αιώνας, ως πρώτον πιστεύσαν εις τον Δεσπότην Χριστόν».
Η ρήση του Κοσμά, ο οποίος ζει στα χρόνια του Ιουστινιανού, του αυτοκράτορα που έκανε για τελευταία φορά τη Renovatio πραγματικότητα, ούτε φαντάζει παράλογη ούτε ξενίζει. Μόλις όμως έναν αιώνα μετά το ιουστινιάνειο κατόρθωμα, αυτό που έχουν αποτυπώσει τα ψηφιδωτά του Αγίου Βιταλίου της Ραβέννας, η ακραία μονή του όρους Σινά και τα οχυρωματικά έργα του αυτοκράτορα αυτού κατά μήκος των συνόρων της αχανούς τότε αυτοκρατορίας, μόλις, λοιπόν, ένα ενάμιση αιώνα μετά τον Ιουστινιανό, οι αραβικές κατακτήσεις σε Ασία και Αφρική και οι σλαβικές διεισδύσεις στην Ευρώπη θα επιφέρουν τη στένωση της μέχρι τότε παγκόσμιας αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης. Αυτής της αιώνιας και αήττητου, όπως πίστευε ο Κοσμάς Ινδικοπλεύστης, γιατί μεταξύ άλλων, σημειώνει ο ίδιος ο Κοσμάς, «με το νόμισμά της εμπορεύονται πάντα τα έθνη». Τη στένωση αυτή θα περιγράψει παραστατικά ένας άλλος μοναχός, ο Ιάκωβος ο Νεοφώτιστος ο οποίος ζει στο τέλος του 7ου αιώνα, σημειώνοντας την άκρα ταπείνωση της αυτοκρατορίας και αυτό έναν αιώνα μετά τη θριαμβική διαπίστωση του Κοσμά για την αιωνιότητα του Βυζαντίου. «Από του Ωκεανού» γράφει ο Ιάκωβος «τουτέστι της Σκωτίας και Βρεττανίας και Σπανίας και Φραγγίας και Ιταλίας και Ελλάδος και Θράκης και έως Αντιοχείας και Συρίας και Περσίδος και Πάσης Ανατολής και Αιγύπτου και Αφρικής και άνωθεν Αφρικής, τα όρια των Ρωμαίων έως σήμερον και αι στήλαι των βασιλέων αυτών διά χαλκών και μαρμάρων φαίνονται. Πάντα γαρ τα έθνη υπετάγησαν τοις Ρωμαίοις, κελεύσει Θεού. Σήμερον δε θεωρούμεν την Ρωμανίαν ταπεινωθείσαν». Την Ρωμανίαν, δηλαδή το Βυζάντιο.
Παρ’ όλες τις αντιξοότητες που γνώρισε το Βυζάντιο κατά τους λεγόμενους Σκοτεινούς χρόνους (τέλος 7ου αιώνα ως μέσα 9ου αιώνα), όλοι οι βυζαντινοί αυτοκράτορες θα επιδιώξουν την αποκατάσταση της αυτοκρατορίας, με λίγο ή πολύ επιτυχή ο καθένας αποτελέσματα. Ρόλος άλλωστε του αυτοκράτορα κατά τον νόμο, την Επαναγωγή, είναι «η των απολεσθέντων ανάκτησις», πράγμα που κάνει τον κάθε πόλεμο του Βυζαντίου αμυντικό και δίκαιο. Η ανάληψη επιπλέον από το Βυζάντιο του ρόλου του αμύντορος όλης της χριστιανοσύνης προσδίδει στις στρατιωτικές του επιχειρήσεις κατά των απίστων σταυροφορικό χαρακτήρα. Ο Ρωμαίος πολίτης [ο Βυζαντινός δηλαδή] είναι ο ακραιφνής πιστός χριστιανός. Οι δυο έννοιες, Ρωμαίος και Χριστιανός, είναι ταυτόσημες, τόσο που ο αυτοκράτορας Λέων ΣΤ’ ο Σοφός να αποκαλεί τους Βυζαντινούς «Έθνος Χριστιανών» και κείμενα της εποχής να τους ταυτίζουν με τον Νέον Περιούσιον Λαόν. Στη ρωμαϊκή παγκοσμιό-τητα προστίθεται έτσι η χριστιανική οικουμενικότητα, μετατοπίζοντας ακόμη μακρύτερα, ως τον ουρανό θα έλεγα, τα ιδεατά σύνορα της αυτοκρατορίας.
Όσον αφορά τώρα τα πραγματικά όρια του βυζαντινού κράτους, είναι αυτονόητο ότι αυτά γνωρίζουν διακυμάνσεις, διευρύνσεις και συρρικνώσεις που καταγράφουν κάθε φορά τη θέση της αυτοκρατορίας στη διεθνή πολιτική σκηνή. Μένει ωστόσο πάντοτε γεγονός ο πολυμέτωπος πόλεμος που το Βυζάντιο διεξάγει έναντι των εξωτερικών εχθρών, αυτών που ιδρύουν τα κράτη τους είτε σε πρώην αυτοκρατορικά εδάφη, όπως το χαλιφάτο των Αράβων στη Δαμασκό, γύρω στα 660, καθώς και το βουλγαρικό κράτος στις παραδουνάβιες περιοχές, γύρω στα 645, είτε στις αποσπασθείσες από την επικράτεια περιοχές που αυτονομήθηκαν σταδιακά, όπως, π.χ., η Βενετία, η Ραβέννα ή τα αρμενικά κρατίδια στην Ανατολή.
Έγινε κατανοητό ελπίζω ποιο ήταν το πρόβλημα των συνόρων μιας αυτοκρατορίας που έζησε πάνω από χίλια χρόνια, που άρχισε τον βίο της εξουσιάζοντας αχανείς εκτάσεις σε τρεις ηπείρους (Ασία, Ευρώπη, Αφρική). Ανατολικά από τον Τίγρη και Ευφράτη, βόρεια στον Δούναβη, δυτικά στην Ιταλία και νότια στη Νουμιδία, για να τελειώσει εγκλωβισμένη στα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Ωστόσο, οι επιδρομές των Σλάβων στα ευρωπαϊκά εδάφη και κυρίως οι επιτυχίες των Αράβων στην Ανατολή και στη θάλασσα κατάφεραν να μετατρέψουν, ήδη από το τέλος του 7ου αιώνα, την ως χθες ακόμη κραταιά παγκόσμια αυτοκρατορία σε μια περιφερειακή σχεδόν δύναμη που αγωνιζόταν για την επιβίωσή της, όπως πετυχημένα το επισήμανε ο Ιάκωβος ο Νεοφώτιστος.
Το πρόβλημα των συνόρων ωστόσο της αυτοκρατορίας αυτής είναι ζήτημα όχι μόνον των μεταβαλλόμενων πολιτικών της ορίων αλλά και της σφαίρας επιρροής της. Αυτό που πετυχημένα ο D. Obolensky ονόμασε Βυζαντινή Κοινοπολιτεία (Byzantine Common-wealth). Από την άποψη αυτή θα πούμε χωρίς υπερβολή ότι τα σύνορα του Βυζαντίου συγχέονται με αυτά της ελληνοφωνίας –σε γενικές γραμμές η περιοχή της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ανατολικά της Αδριατικής συμπεριλαμβανομένου μέρους της Κάτω Ιτα-λίας και βέβαια του Ευξείνου Πόντου σχεδόν στο σύνολό του–, και κυρίως συγχέονται με τα σύνορα της ορθοδοξίας, και αυτό άσχετα αν περιοχές, όπως π.χ. η Ρωσία, δεν βρέθηκαν ποτέ εντός των πολιτικών συνόρων της αυτοκρατορίας.
Θεμελιώδες λοιπόν χαρακτηριστικό του Βυζαντίου, που το δια-φοροποιεί από την προγονική Ρώμη, η ορθοδοξία, η ορθή δηλαδή πίστη, της οποίας άλλωστε το δόγμα επεξεργάστηκε το Βυζάντιο, χάρη σε βυζαντινούς ιερωμένους. Οι έξι Οικουμενικές Σύνοδοι που απάντησαν στον Αρειανισμό, αλλά και στην πολύχρονη και πολύπλοκη χριστολογική έριδα τη σχετική με την αληθινή φύση του Χριστού, συγκλήθηκαν όλες σε βυζαντινό έδαφος, κατά πρόσκληση βυζαντινού αυτοκράτορα και επεξεργάστηκαν ελληνιστί το τριαδικό δόγμα, με μόνο μια συμβολή διαιτησίας της ιεραρχικά πρωτόθρονης πάντα Ρώμης. Είναι χαρακτηριστικό ότι το τέλος της χριστολογικής διαμάχης με τον αυτοκρατορικό Όρο που επιβάλλει την εκκλησιαστική ειρήνη συμπίπτει ακριβώς με την απώλεια των ακραίων ανατολικών περιοχών (680/1). Έτσι αναδεικνύεται η Μικρά Ασία ως η κατεξοχήν νευραλγική περιοχή του Βυζαντίου. Αυτή άλλωστε αποτέλεσε, καθ’ όλη τη διάρκεια της αυτοκρατορίας, την πηγή πλούτου σε ανθρώπινο δυναμικό και σε υλικά αγαθά, συνακόλουθα με τη Μακεδονία και τη Θράκη, όπου και η Βασιλεύουσα Κωνσταντινούπολη. Μικρασία, Θράκη και Μακεδονία απαρτίζουν τις ζωτικές περιοχές της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ως το τέλος σχεδόν του βίου της· αυτές, ιδιαίτερα η Μικρασία, έδωσαν στο Βυζάντιο το ανθρώπινο δυναμικό που λάμπρυνε την πολιτική, τη στρατιωτική, την πνευματική και την καλλιτεχνική ιστορία του.

Βυζαντιο-ευνούχοι

Ο παράδεισος των ευνούχων



Για να πετύχει πραγματικά στη ζωή του ένα αγόρι η φρόνηση απαιτούσε να το ευνουχίσουν, γιατί το Βυζάντιο ήταν ο παράδεισος των ευνούχων. Ακόμα και οι ευγενέστεροι γονείς δεν δίσταζαν να ακρωτηριάζουν τους γιους τους, για να βοηθήσουν την εξέλιξή τους και ούτε υπήρχε σ’ αυτό καμιά ντροπή. Ο ευνούχος δεν μπορούσε να φορέσει αυτοκρατορικό στέμμα ούτε, φυσικά, να μεταβιβάσει κληρονομικά δικαιώματα. Κι εκεί ακριβώς βρισκόταν η δύναμή του. Ένα αγόρι, που είχε γεννηθεί πολύ κοντά στον θρόνο, μπορούσαν μ’ αυτό τον τρόπο να το εξουδετερώσουν και να το αφήσουν ύστερα να προχωρήσει όσο του άρεσε.
Έτσι ο Νικήτας, ο νεαρός γιος του Μιχαήλ Α΄, ευνουχίστηκε μετά την πτώση του πατέρα του, και αργότερα, παρά την επικίνδυνη καταγωγή του, έφτασε να γίνει πατριάρχης με το όνομα Ιγνάτιος. Έτσι και ο Ρωμανός Α΄ ευνούχισε, όχι μόνο τον νόθο γιο του, τον Βασίλειο, που σαν παρακοιμώμενος κυβέρνησε για αρκετές δεκαετίες την αυτοκρατορία, αλλά και τον μικρότερο νόμιμο γιο του, τον Θεοφύλακτο, που τον προόριζε για πατριάρχη.
Μια μεγάλη αναλογία από τους πατριάρχες της Κωνσταντινούπολης ήταν ευνούχοι. Ιδιαίτερη εύνοια υπήρχε για τους ευνούχους και στις πολιτικές υπηρεσίες, όπου ο ευνούχος κάτοχος ενός τίτλου είχε το προβάδισμα από τον μη ευνούχο ομοιόβαθμό του και όπου πολλές υψηλές θέσεις μόνο ευνούχοι μπορούσαν να τις πάρουν. Ακόμα και αρχηγοί του στρατού και του στόλου ήταν πολλές φορές ευνούχοι. Ο Ναρσής τον 6ο αιώνα και ο Νικηφόρος Ουρανός τον 10ο είναι ίσως τα λαμπρότερα παραδείγματα. Ο Αλέξιος Α΄ είχε ένα ευνούχο ναύαρχο, τον  Ευστάθιο Κυμινειανό, και μετά την καταστροφή του Ματζικέρτ ένας ευνούχος, ο Νικηφόρος Λογοθέτης, προσπάθησε να αναδιοργανώσει τον στρατό.

Λίγες θέσεις όμως, όπως του επάρχου της Πόλης, σύμφωνα με την παράδοση, δεν μπορούσαν να τις έχουν ευνούχοι. Μόνο ωστόσο όταν το Βυζάντιο άρχισε να μολύνεται από τις δυτικές αντιλήψεις περί φύλου και ιπποτισμού, άρχισε να θεωρείται και ο ευνουχισμός ατιμωτικός. Στην πραγματικότητα η χρησιμοποίηση των ευνούχων και μιας ισχυρής υπαλληλίας που τη διεύθυναν ευνούχοι ήταν το κυριότερο όπλο του Βυζαντίου κατά των φεουδαρχικών τάσεων που επιδίωκαν να συγκεντρώσουν όλη τη δύναμη στα χέρια μιας κληρονομικής αριστοκρατίας, τάσεων που τόσο κακά έκαμαν στη Δύση. Η δύναμη των ευνούχων στη βυζαντινή ζωή προερχόταν από το γεγονός ότι αποτελούσαν μια ιθύνουσα τάξη στην οποία ο αυτοκράτορας μπορούσε να έχει εμπιστοσύνη. Ούτε υπάρχει ένδειξη ότι ο περιορισμός των φυσικών τους ικανοτήτων διαστρέβλωνε τον χαρακτήρα τους. Σε όλη τη βυζαντινή ιστορία οι ευνούχοι δεν φαίνονται να είναι ούτε πιο διεφθαρμένοι και ραδιούργοι, ούτε λιγότερο δυναμικοί και πατριώτες από τους αρτιμελείς συναδέλφους τους.
Στις κατώτερες τάξεις οι ευνούχοι ήταν σπανιότεροι, παρ’ όλο που η ιδιότητα του ευνούχου μπορούσε να βηθήσει έναν γιατρό στην εξάσκηση του επαγγέλματός του, γιατί έτσι μπορούσε να πηγαίνει σε μοναστήρια και σε νοσοκομεία γυναικών.
ΣΤΙΒΕΝ ΡΑΝΣΙΜΑΝ «ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ»
Εκδόσεις ΓΑΛΑΞΙΑΣ

Γιάννη Γρυντάκη, Γιώργου Δάλκου, Άγγελου Χόρτη και Έκτορα Χόρτη με τίτλο «Η άγνωστη πλευρά του Βυζαντίου- Ιστορικά παράδοξα»

http://www.thetoc.gr/politismos/article/buzantio-erwmenes-fonoi-kai-eunouxoi

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2014

Ἀνδρέας Πετρόπουλος

Κρίσιμα μηνύματα ἀπό τήν Ἐθνεγερσίαν τοῦ 1821 
καί τήν ἡμέραν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς 25ης Μαρτίου


 


Μοῦ εἶναι ἀδύνατον νά φαντασθῶ ἄλλην ἡμέραν ἑορτασμοῦ τῆς παλιγεννεσίας τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, ἀπό ἐκείνης τῆς ἡμέρας τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Κυρίας Θεοτόκου, δρομολογημένης μέσα εἰς τήν τεσσαρακοστήν τοῦ Ἁγίου Πάσχα.
Ἕνα μήνυμα, λαμπρόν, κοσμοχαρμόσυνον, ἀναπλάσεως τοῦ κόσμου, ὅτι ὁ Λόγος σαρκώνεται ἐν γυναικί, πρός σωτηρίαν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἀκούγεται διπλόν στά αὐτιά τῶν καταπιεζομένων Ἑλλήνων, ἐκείνην τήν Τραγικήν ὥραν ὅπου τό ἄγγελμα τῆς ὑπέρ ἐλευθερίας ἐγέρσεώς των ἁπλώνεται πάνω εἰς τήν δούλα γῆ.


Ὁποῖον συγκλονιστικόν γεγονός! Ὁποῖα φρικτή ἀποκάλυψις εἰς Ἐκείνην ἡ ὁποία καλεῖται νά φιλοξενήσει ἐν γαστρί τόν Ἀχώρητον, τό δημιούργημα νά δεχθῇ τόν Δημιουργόν Του! 
«Εὐαγγελίζουν γῆ χαράν μεγάλην, αἰνεῖτε οὐρανοί Θεοῦ τήν Δόξαν»!Αὐτή πού κατέστη ἁγιότητος δοχεῖον, Αὐτή καί θά ἀποβεῖ ἡ προστάτις καί ὁδηγός τοῦ ἱεροῦ καί περιουσίου ἡμῶν ἔθνους. Ἡ πλάσις ἐδημιουργήθη διά νά γεννηθῆ ἡ Παναγία Θεοτόκος καί δι’ Αὐτῆς νά δεχθῆ ὁ σαρκωθείς Λόγος! Θαῦμα ἀσύλληπτον!
Ἀναπλάθεται ὁ κόσμος, πάλιν γενᾶται τό ἡμέτερον ἔθνος· καί μετά ἀπό τήν στέρησιν καί τήν βάσανον τῆς Τεσσαρακοστῆς, ὅλην ἡ δοκιμασία κορυφοῦντα τήν Μεγάλην Ἑβδομάδα τῶν Ἁγίων Παθῶν, ἡ τοῦ Κυρίου λαμπρά Ἀνάστασις! Ὑπερβολικά καί ὑπέρλογα μηνύματα πρός ἕναν λαόν ὅπου ἐγείρεται ἐκ νεκρῶν, ἵνα μέσα ἀπό τραγικά πάθη καί ποταμούς αἱμάτων, ἑκατόμβες ἱερῶν νεκρῶν καί φοβεράς θυσίας, ἀνυπερβλήτους ἡρωϊσμούς καί ὑπερανθρώπους προσπαθείας, φθάσει ἡ ποθητής τῆς ἀναστάσεως ὥρα τῆς ἀπελευθερώσεως!

Ὦ φιλτάτη Ἑλλάς ἡ πατρίς μου, ὦ εὐλογημένη ἐκ Θεοῦ χώρα, ποίαν ἔσχες ἐκλεκτήν τύχην! Ἐκείνη εἰς ἥν εὐαγγελίσθη τό μεγαλύτερον τοῦ κόσμου μήνυμα. Ἐκείνη, ἡ προστάτις καί βοηθός σου. Δέν θά ὑπάρξη λαός ἤ ἔθνος, ὅπως τό ἑλληνικόν ὅπου τό συγκλονιστικότερον γεγονός τῆς ἱστορίας του νά λαμβάνη χώραν μέσα εἰς θαυμαστά ἐκ Θεοῦ σημεῖα ὡς ἐκεῖνο τῆς σαρκώσεώς Του καί τῆς ἐνδόξου Του Ἀναστάσεως. Πολύ ὀρθῶς, λοιπόν, ἀργότερον, ὁ νεαρός βασιλεύς τοῦ νεοσυστάτου ἑλληνικοῦ κράτους, Ὄθων, ἐπέλεξε τήν 25ην Μαρτίου ὡς ἡμέρα ἑορτασμοῦ Πίστεως καί Πατρίδος ἀδιαχωρήτως, ἀφ’ οὗ ἡ ἐκ Θεοῦ ἀγγελία τῆς εἰς γῆν ἐλεύσεώς Του ἐπισυνέβη ὅταν, τό ἐκλεκτόν Του ἔθνος ἠγέρθη πρός ἐπανάκτησιν τῆς ἐλευθέρας ζωῆς του μετά ἀπό ἔτη θανάτου.


Εἶναι διά τοῦτο πολύ λυπηρόν καί ὑπόπτως ἄδικον, νά διδασκώμεθα τό μέγα τῆς παλιγεννεσίας γεγονός ὡς... «ἐπανάστασιν». 
«Κάποιοι» ἠθέλησαν νά περιορίσουν τήν σπουδαιότητα καί τό μεγαλεῖον τῆς προσπαθείας δία τοῦ μοναδικοῦ καί εἰς τόν κόσμον αὐτού γεγονότος, νά τό ὑποβιβάσουν, νά τό μειώσουν καί νά τό «ἐξασθενήσουν», ὥστε ποτέ οἱ Ἑλληνόπαιδες καί ὁ ἑλληνισμός, γενικώτερον, νά μή ἀντιληφθοῦν, ὅτι οἱ πατέρες των, αὐτοβούλως καί ἐτσιθελικῶς, ἀνέλαβαν νά πραγματώσουν. Ἐξ’ ἄλλου, ἐπαναστατῆ ὁ λαός, ὁμάδες κοινωνικές ἤ ὀργανωμένα σύνολα ἐναντίον μιᾶς ἐξουσίας, πρός ἀντικατάστασιν της ἀλλαγῆς κάποιου κατεστημένου, πού θεωροῦν ὡς μή συμφέρον, ἄδικον ἤ τυραννικόν.

Ὅμως, τήν 29ην Μαϊου τοῦ 1453, τό γένος ἀπώλεσε τήν κρατικήν του βούλησιν καί ὑπόστασιν, τό αὐτόβουλον τοῦ ἐθνικοῦ του προσδιορισμοῦ καί ἐθνικῆς του πορείας, ὑποπέσαν εἰς μίαν ἀνομολόγητον δουλείαν τεσσάρων αἰώνων, ἀπό λαόν ἀλλόφυλλον, ἀλλόδοξον, ἀλλότροπον καί πολιτισμικῶς ὑποδεέστερον, ὥστε ἡ ἐξέγερσίς του τόν Μάρτιον τοῦ 1821, νά μήν διαθέτη κανένα χαρακτηριστικόν μιᾶς κοινῆς ἐπαναστάσεως, ἀλά τήν «ἐκ νεκρῶν», ἐκ νέου γένεσιν ἑνός ἔθνους πού πάντες ἐπίστευαν ὅτι εἶχε ἐξαφανισθεῖ ἀπό τήν κοινότητα τῶν ἐλευθέρων λαῶν-ἐθνῶν τοῦ πολιτισμένου κόσμου. Γενεές γενεῶν ἐγεννῶντο καί ἀπέθνησκον δοῦλοι ἐπί αἰῶνας, κάτω ἀπό ἕναν δυνάστην ὅστις τούς ἐπεβλήθη ἐνόπλως. Διότι ἐχάσαμε τήν κρατικήν μας αὐθυπαρξίαν καί ὀντότητα κατόπιν πολέμου καί ὄχι ἀπό μίαν ἀντιπαράθεσιν ἐξουσιαστικῶν σχημάτων.

Καί πάλιν, ἄς γνωρίζομεν ὅτι ἐπ’ οὐδενί ἀπεδέχθημεν τήν ἐπιβληθεῖσαν τυρρανίαν, διότι μόλις 10 ἔτη ἀπό πτώσεως τῆς Πόλεως ἔχομεν τήν πρώτην ἀντίδρασιν κατά τοῦ δυνάστου. Μετά 20 ἔτη ἐμφανίζονται οἱ Ἁρματωλοί καί Κλέφτες. Μέχρι, δέ, τῆς ἐθνεγερσίας τοῦ 1821 πλήθος ἐξεγέρσεων ἀποδεικνύει τήν ἄρνησιν τῶν Ἑλλήνων νά ἀποδεχθοῦν ὡς τετελεσμένον τό γεγονός τῆς δουλείας των. Οἱ χρονολογίες 1463-1479, 1449-1502, 1473, 1525-1531, 1532-1533, 1537-1560, 1565, 1570, 1585, 1611, 1645-1669, 1648, 1687, 1750-1760, 1766, 1768, 1770, 1787, 1801, 1805, 1803, 1804, 1811, 1813 (Φιλική Ἑταιρεία), ἡμερομηνίες γεμᾶτες αἷμα, πόνο καί ἐλπίδες πού χάθηκαν, ἀποδεικνύουν τίς προσπάθειες τῶν Ἑλλήνων γιά ἀποτίναξι τοῦ τουρκικοῦ ζυγοῦ.

Δέν μπορεῖ παρά νά θεωρηθῆ ὡς ἀνθρώπινον «θαῦμα» αὐτό πού οἱ φτωχοί, ἀγράμματοι, συνεχῶς διωκόμενοι καί μεταξύ τῶν ἀσύνδετων ὀργανωτικῶς, πρόγονοι, ἐπέτυχαν. Οὐδεμία ἄλλη ἑλληνική ἱστορική περίοδος μπορεῖ νά συγκριθεῖ μέ αὐτήν τῆς ἐθνεγερσίας. Ὅλαι αἱ ἅλλαι, κατά πάντα περίλαμπρα, περίοδος ἀναφέρουσα εἰς ἐλευθέρους ἀνθρώπους μέ κρατικήν ὀντότητα καί ἐλευθέραν βούλησιν, μέ δυνατότητα ἀναπτύξεως τῶν ὅποιων δυνατοτήτων τῶν ἐλευθέρως καί ἀπροσκόπτως, ἐκμεταλεύσεως τοῦ ὅποιου δυναμικοῦ των κατά τό δοκοῦν.
Αὐτό πού ἐπετεύχθη τό 1821 μόνον Ἕλληνες ἠδύνατο νά τό ἐπιτύχουν ὡς Χριστιανοί Ὀρθόδοξοι. Οἱ εὐκλεεῖς μορφές τῶν ἡρώων τῆς περιόδου αὐτῆς καθίστανται ἀσύγκριτοι εἰς μεγαλεῖον ψυχικῆς δυνάμεως, σωματικῆς ρώμης, πολεμικῆς ἀνδρείας, στρατιωτικῆς καταρτίσεως, εὐφυῶν στρατηγημάτων, ἀντοχῆς στερήσεων, τόλμης θυσιῶν, αὐταπαρνήσεως καί πρό πάντων, βαθυτάτης πρός τοῦ Θεοῦ πίστεως καί λατρείας ἄχρις θανάτου.

Ὁ τύπος τῆς μορφῆς τοῦ ἠθικοαδρειωμένου εὐρίσκει τήν πλήρην του τελείωσιν ἑπί τῶν μορφῶν αὐτῶν, ὁ δέ χαρακτηρισμός τοῦ «λεβέντη» (ἀσαφοῦς προελεύσεως λέξεως) ὡς ὁ κατ’ ἐξοχήν χαρακτηρισμός ὅλων τῶν ἀνδρικῶν ἀρετῶν ψυχῆς, θυμικοῦ, πνεύματος καί σώματος, παρουσιάζεται εἰς τό ἑλληνικόν λεξιλόγιον διά πρώτην φοράν. Ἡ ἔννοια τῆς «ἑλληνικῆς λεβεντιᾶς» εἶναι ταυτόσημος,πλέον, μέ τήν φουστανέλα. Ἡ ἐθνεγερσία γεννᾶ ἕναν νέον πολιτισμόν ἠθικῆς πού ἀφήνεται νά μᾶς διαφεύγει. Κυττᾶ πρός τήν ἀρχαιότητα, πατᾶ εἰς τό Βυζάντιον ἀλλά δημιουργεῖ ἕναν ἰδικόν της τύπον ἥρωος τό ἴδιον συγκλονιστικόν καί μεγαλειώδην ὡς εἰς ἐκείνας.

Παρ’ ὅλες τίς θλιβερές ἐξαιρέσεις κατά τόπους, τήν περίοδον τοῦ ἐμφυλίου πολέμου (1823-1825) ἤ τούς πάντοτε ὑπάρχοντες ἑλληνικούς ἐγωϊσμούς, οἱ μορφές τῶν ἡρώων τοῦ 1821-1827 καταυγάζουν φῶς μοναδικοῦ φέγγους, ἀνεπυρβλήτου λαμπρότητος, ἐξαιρετικῆς ὡραιότητος, ἀνεπιτηδεύτου ἀλλά καί ἐνίοτε δυσδιάκριτον φοράν! Ἐάν δέν ἀποτολμῶ νά ἀναφερθῶ εἰς ὀνόματα, τοῦτο τό κάμω ἀπό βαθύτατον σεβασμόν καί δέος ἔναντι αῦτῶν τῶν γιγάντων, ὅπου δέν θεωρῶ ἐμαυτόν ἱκανόν ἄλλους νά ἐπαινέσω πλείονα ἄλλων.
Ὅμως ὑποχρεοῦμαι τόν ὑφ’ ἁπάντων ὁμολογούμενον ὡς τοῦ «ἅγιου» τοῦ ἀγῶνος, νά ἀναφέρω ἐκεῖνον, ἄνευ τοῦ ὁποίου δέν νοεῖται ἀγών ἐθνεγερσίας. Τόν Χριστιανόν καί πολεμιστήν καί ἡγήτωρα καί φιλόσοφον καί στρατηγόν καί στρατιώτην, καί σώφρονα καί πονηρόν καί ἔξυπνον καί ἀγαθόν καί σκληρόν καί ὑποχωρητικόν καί πείσμονα καί διαλλακτικόν καί ἀνυποχώρητον καί συμπονετικόν καί σκληρόν τιμωρόν, τόν κατά πάντα δίκαιον καί ἀνιδιοτελῆ, μοναδικόν καί ἄχρις τοῦ νῦν ἀνυπέρβλητον, Κολοκοτρώνην Θεόδωρον, τῶν Ἑλλήνων καύχημα, τῆς πατρίδος ἄξιον. Καί ἐδῶ σταματῶ.

Μία τοιαύτης σημασίας διά τό ἔθνος περίοδος, ἔπρεπε νά τυγχάνῃ βαθυτάτης μελέτης καί ἀναλύσεως. Ἔχομεν φύγει πλέον πολύ ἀπό τήν ἀρχαιότητα καί ἀπομακρυνθεῖ ἤδη ἀπό τό χιλιόχρονον Βυζάντιον. Τό κράτος πού σήμερα βιώνομεν ἔχει τίς ρίζες του εἰς τήν ἐθνεγερσίαν καί εἰς τό μετέπειτα κρατικόν μόρφωμα, πού συνεχῶς κακοτρόπως μετασχηματιζόμενον, κατέληξε εἰς τό σημερινόν προτεκτοράτον τοῦ ἐλεεινοῦ καί ἀθλίου ἑλλαδικοῦ κράτους. Ἡ περίοδος τῆς ἐθνεγερσίας ἐκπέμπει μηνύματα δι’ ὅσους θέλουν νά διδαχθοῦν. Ὅσοι περιφρονοῦν τό παρελθόν των εἶναι καταδικασμένοι νά τό ὑποστοῦν καί πάλιν. «Εὐτυχής ὅστις τῆς ἱστορίας ἔσχε μάθησιν».

Τό ἐάν ἐπνιγήκαμεν εἰς ἀποτυχίας καί ποταμούς ἀδικοχαμένο αἵματος ἐπί τεσσάρας αἰῶνας, τοῦτο ὀφείλεται ἀποκλειστικῶς καί μόνον εἰς δύο λόγους:

α) Διότι δέν εἴχαμεν ἐνότητα πού προϋποθέτει συγκεκριμένον ἡγεσίαν καί 
β) Διότι ἀφέθημεν εἰς τήν ἐλπίδα βοηθείας ἐκ μέρους ξένων. Ἀνοργάνωτα «καπετανᾶτα» προχείρως συγκροτούμενα, δίδουν τόν ἀγῶνα προσωπικόν μᾶλλον ἤ πανεθνικῶν καί ἀσύνδετες μεταξύ των ἐνέργειες ἦταν ἐκ προοιμίου καταδικασμένες. Ἡ ἐναπόθεσις, ἐξ’ ἄλλου, εἰς χεῖρας ξένων τοῦ μεγάλου μας πόθους καί μοναδικῆς μας ἐπιθυμίας, αὐτῆς τῆς ἐλευθερίας μας, ἦταν, ἄν μή τί ἄλλο, κωμική καί ἀπαράδεκτος. Ἀφιλοσόφητος καί ἀπερίσκεπτος. Ποιός ἄλλος ἐκτός ἡμῶν τῶν ίδίων μπορεῖ νά χειρισθῆ καλύτερον τό πρόβλημά μας; Ποῖος βοηθᾶ ἄνευ συμφέροντος;

Καί ὑπάρχει καί ἕνας τρίτος λόγος. Ἔχοντες ἀπωλέσει τό αἴσθημα τοῦ κυριάρχου πού μᾶς διακατεῖχε ἐπί τῆς αὐτοκρατορίας μας, ὁ ἑλληνισμός ἐσυρρικνώθη μέσα εἰς μίαν μικροψυχίαν, ταπεινήν φιλαυτίαν καί φιλοτομαρισμόν. Τό αὐτοκρατορικόν ἡγεμονικόν συναίσθημα ἐνεταφιάσθη κάτωθεν τῆς Ταφόπλακας τοῦ ῥαγιαδισμοῦ. Ἀρχηγοῦ ἀπόντος πᾶς τις ἀνηγορεύθη εἰς ἀρχηγόν.

Τοῦτο ὅμως εἶχε ὡς μίαν βασικήν συνέπειαν νά ἀπολέσωμεν, ἐν τῇ οὐσία, τήν ἐμπιστοσύνην πρός τόν ἑαυτόν μας. Ἀναζητοῦντες «ἀνώτερον» ἀπό ἡμᾶς μέσα εἰς τούς μεγαλοσχήμονας καί τιτλούχους γιά νά τόν... παραδεχθοῦμε, παραβλέπαμε δύο τινά: 
α) ὅτι κάθε μεγαλόσχημον ἔθετε εἰς πρώτην προτεραιότητα τό «σχῆμα» καί τήν θέσιν του καί μετά τόν ἀγῶνα καί τάς... ἀνεπιθύμητες θυσίες καί 
β) ὅτι ἡ ὑπόθεσις τῆς πατρίδος ὑπῆρξε πάντα ὑπόθεσις τοῦ φτωχοῦ λαοῦ καί κατόπιν ὅλων τῶν ἄλλων κοινωνικῶν τάξεων.

Οἱ τρεῖς ἄσχημοι καί φτωχοί ἐμποράκοι τῆς Ὁδησσοῦ ἔκαμαν πράξι ὅ,τι καπεταναῖοι καί ὁπλαρχηγοί καί προὔχοντες καί Δεσπότες καί Πατριάρχες καί λόγιοι καί διδάσκαλοι δέν ἠδυνήθησαν νά πράξουν. Ὠργάνωσαν μίαν ἀρχήν, μέ περιεχόμενον καί πειθαρχία καί χωρίς νά ὑπολογίσουν σέ κανέναν ἄλλον εἰ μή μόνον εἰς τούς ἑαυτούς των καί εἰς τήν ἐκ Θεοῦ βοήθειαν, ἔφεραν τό γένος καλῶς ὀργανωμένον καί χρονικῶς ἐναρμονισμένον, εἰς τήν ἀφετηρίαν ἐκκινήσεως τοῦ ἀγώνος.
Εἶναι καταπληκτικόν καί μᾶς γεμίζει θλίψιν ἐάν, πρός στιγμήν, κάμνομεν τήν σύγκρισιν τοῦ τί ἀπετόλμησαν οἱ πατέρες μας τότε καί κάτω ἀπό ποῖες περιστάσεις, ἐν ἀντιθέσει μέ τό τί φοβούμεθα νά κάνομεν ἡμεῖς σήμερον.

Τό 1821 οἱ Ναπολεόντιοι πόλεμοι εἶχαν παύσει, καθ’ ἅπασαν δέ τήν Εὐρώπην ἐκυριάρχου βασιλεῖες, οἱ ὁποῖες μέ προτροπήν τοῦ Τσάρου ἡνώθησαν εἰς μίαν «ἱεράν συμμαχίαν» σκοπόν ἔχουσα τήν ἀποτροπήν κάθε νέας ἐπαναστάσεως, ἡ ὁποῖα θά ἀντετίθετο εἰς τό νεοπαγές «status quo»! Ἀπό τήν Σιβηρίαν ἕως τήν Μάγχκη ἐκυριαρχοῦσε τό... «ΝΑΤΟ» ἐκείνης τῆς ἐποχῆς μέ τήν Ἑλλάδα ὑπόδουλη εἰς μίαν Ὀθωμανικήν Αὐτοκρατορίαν, ἡ ὁποία ἤρχιζε ἀπό τόν Δούναβη καί ἐξηπλοῦτο μέχρι τήν Αἴγυπτον καί τήν Σαουδικήν Ἀραβίαν. Τά 20-30 ἑκατομμύρια Ἑλλήνων ἐπί Βυζαντίου εἶχον ἀπομείνει κάτι πλέον τῶν 3 ἑκατομμυρίων. Μία κουκίδα εἰς ἕνα ὠκεανόν. Καί τό ἀπετόλμησαν! Καί ἐξηγέρθησαν! Καί ἐτάραξαν τήν τυρρανίαν τῆς Εὐρώπης! Καί ἀφύπνισαν τούς λαούς τῆς Δύσεως! Καί δέν ἐφοβήθησαν! Διά τοῦτο καί ἐπέτυχαν! Ἡ ἑνιαῖα ἀρχή διελύθη, ὅταν οἱ καπεταναῖοι καί προύχοντες ἐξεχύθησαν ὁπλοφοροῦντες κάμνοντες «τοῦ κεφαλιοῦ των».

Ἡ ἔγκαιρος ἄφιξις τοῦ Δημητρίου Ὑψηλάντου εἰς Πελοπόννησον ἔσωσε πρός στιγμήν τήν κατάστασιν. Ἦταν ἕτοιμοι οἱ «αἰώνιοι» Ἕλληνες νά παραδώσουν πολιτικήν καί στρατιωτικήν ἐξουσίαν εἰς αὐτόν, κάτι πού θά ἐγλύτωνε τόν ἀγῶνα ἀπό τίς μετέπειτα, φοβερές περιπέτειες. «Κάποιοι» ὅμως πού αὐτό δέν τό ἤθελαν μέ τίποτα, στέλνουν τόν Μαυροκορδάτον, ἐξ Ἰταλίας, εἰς Πελοπόννησον. Τά πάντα ἀναφέρονται καί ὁ Ὑψηλάντης καταντᾶ ἀπό... «Δήμαρχος κλητήρας».
Ἐδῶ εἶναι τό κρίσιμον σημεῖον τῆς μετέπειτα δυστυχίας καί κακοδαιμονίας μας. Ὁ Ὑψηλάντης, ἔχων μαζί του τόν στρατόν (ὅλον) καί τήν μεγάλην μερίδα τοῦ λαοῦ, ἀντί νά ἐκτελέση τόν Μαυροκορδάτον καί νά ἀναλάβει ἀρχηγός τοῦ ἀγῶνος, σεμνός ὡς στρατιώτης, ὑποχωρεῖ. Αὐτή, ἡ κακῶς ἐννοούμενη, σεμνότης τῶν μεγάλων ἀρχηγῶν τοῦ ἀγῶνος, θά ἐκθρέψη τούς Μαυροκορδάτους, τούς Κωλλέτηδες καί τούς Ζαΐμηδες.

Ἡ ἀκατανόητη καί παράλογος ἀπαίτησις νά κυβερνοῦν ἐκεῖνοι ὅπου ἐκινδύνευσαν καί ἠγωνίσθησαν ὀλιγώτερον, εὐρισκόμενοι ἐν συνεχῇ ἐπαφῆ μέ τόν ξένον παράγοντα ἐστοίχισεν εἰς τόν ἀγῶνα πάμπολλα. Μόνον οἱ Ρουμελιῶτες ἀρχηγοί ἀρνοῦνται τήν ὁλοκληρωτικήν αὐτήν ὑποταγήν εἰς τούς «πολιτικούς», ἐμφανίζοντες καθαράν τήν πρόθεσιν νά συμμετάσχουν τῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία καί δικαίως θά τούς ἀνῆκε. Ὁ Καραϊσκάκης δολοφονείται ἀπό τόν Μαυροκορδάτον καί ὁ φοβερώτερος ἀντίπαλος τῶν «πολιτικῶν», ὁ Ὁδυσσέας Ἀνδροῦτσος δολοφονεῖται κατά διαταγήν τοῦ Ζαΐμη. Ὁ Μᾶρκος Μπότσαρης σκοτώνεται κατά ὕποπτον τρόπον. Ὁ Κολοκοτρώνης γλυτώνει ἀπό ἀπόπειρες δολοφονίας καί δηλητηριάσεως καί ἀποφεύγει μέ θείαν Πρόνοιαν τήν κρεμάλα, εἰς τήν ὁποίαν πιεστικῶς ἐπιμένει ὁ Ζαΐμης.

Μοῦ εἶναι ἀδιανόητον πῶς οἱ ἔχοντες τό βάρος καί τήν εὐθύνην τοῦ ἀγῶνος πολέμαρχοι καί ἡγήτορες, ἠνέχοντο σκουλίκια καί πράκτορες ὅπως οἱ προαναφερθέντες δολοφόνοι. Τό σημερινόν προτεκτοράτον, εἰς τό ὁποῖον ἀτυχῶς ζοῦμε, εἶναι δημιούργημα τῶν ἀθρωπαρίων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Τήν τραγικήν ἀνοχήν πού ἐπέδειξαν οἱ πατέρες μας τότε πληρώνομεν ἡμεῖς σήμερον. Ὁλόκληρος ὁ ἀγών θά εἶναι ὄχι μία ἐναρμονισμένη κατά τοῦ τυράννου ἀντίστασις, ἀλλά μία συνεχής ἀντιπαράθεσις τῆς πολιτικῆς καί στρατιωτικῆς ἡγεσίας ὡς πρός τόν ἔλεγχον τῶν ἀποφάσεων ἐπί τοῦ πρακτέου πρός τό ἐθνικῶς συμφέρον. Δέν γνωρίζω πόσον ἡ ὑπακοή, ἡ εὐπρέπεια, ἡ καλοσύνη τῆς ψυχῆς καί ἡ συνεχής ἀνιδιοτέλεια μπορεῖ να θεωρεῖται ὡς ἀρετή καί ποῦ αὐτή καταντᾶ ἀνεπίτρεπτος ἐνδοτισμός ἐγγίζουσα τήν προδοσίαν.
Τό ἴδιον ἀκριβῶς θά τεθῆ ὡς θέμα (ἄν καί ἐπί ἄλλης βάσεως τοποθετούμενον)ὅταν μετά τῆς ἀπελευθερώσεως καί τήν δολοφονίαν τοῦ Καποδίστριαν (ἄν καί θά ἠδύνατο νά τεθῇ ἐξ’ ἀρχῆς) ἀνεζητήθη... βασιλεύς. Ἀντί τότε νά ἀναζητηθῆ εἷς βασιλεύς ἀπό τά ἀρχοντοσόγια τοῦ Βυζαντίου ἤ καί ἀπό αὐτῶν τῶν αἱματοβαμμένων οἰκογενειῶν προὐχόντων καί καπεταναίων, ὁ ὁποῖος παίρνοντας ὡς σύζυγόν του μίαν ἀπό τᾶς πάμπολλας εὐγενεῖς κόρας ἀρχοντικῶν οἰκογενειῶν νά ξεκινήσει ἕναν ἑλληνικόν βασιλικόν οἶκον, οἱ ξενομανεῖς καί ἀλληλομισούμενοι Ἕλληνες ἔσπευδαν προτροπάδην, (=πάρα πολύ γρήγορα, χωρίς νά βλέπει κανείς πίσω) νά προσκυνήσουν ἐκλιπαρώντας τίς παντοῦφλες τῶν βασιλάκιδων τῆς Δύσεως.
Ἕνας λαός πού δέν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τόν ἐαυτόν του εἶναι ἀνάξιος τῆς ἐλευθερίας του. Οἱ καπεταναῖοι καί πολέμαρχοι τοῦ ’21 διέθεταν ἄριστα ἡγετικά προσόντα καί διοικητικές ἱκανότητες. Δέν ἠθέλησαν ὅμως νά ἀπαλείψουν τά καρκινώματα τῶν «Ἐθνοσυνελεύσεων καί τῶν Ἐπιτροπῶν», ἐκεῖ ὅπου ὁ αἰώνιος ξένος παράγων εὕρισκε πάντα ἔδαφος νά ἀναπτύσση τίς ἀνθελληνικές του προσπάθειες, ἔτσι ὅπως ἡ μυῖγα στίς κοπριές καί τά σκουλίκια στά πτώματα.

Ἡ Ἐθνεγερσία ἐπέτυχε νά ἀπελευθερώσει ἕνα μικρόν ἐδαφικόν τμῆμα τῆς ὑποδούλου πατρίδος. Ἀπέτυχε νά δώση εἰς τόν ἑλληνικόν λαόν ἕνα ἑλληνικόν κράτος μέ ἀξιοπρέπειαν, ὑπερηφάνειαν, ἐθνισμόν καί πίεσιν εἰς τόν ἑαυτόν της. Μετά τήν δολοφονίαν τοῦ Ἰωάννου Καποδιστρίου καί τήν μετέπειτα ἔξωσιν τοῦ Ὄθωνος, τό ἔθνος, εἰσέρχεται εἰς ἕναν νέον ἀγωγόν δουλείας χειρότερν τοῦ πρώτου. Οὐδέποτε ἡ Ἑλλάς ἀνέπτυξε ἐλευθέραν ἐξωτερικήν πολιτικήν ἤ διεξῆλθε κατά τό ἑαυτῆς δίκαιον κρίσιμα ἐσωτερικά θέματα.
Ἐμεῖς ὁ λαός παραμένουμε δοῦλος ἀκόμη, ζῶντες μίαν κατ’ ἐπίφασιν ἐλευθερίαν ἐπί 170 περίπου ἔτη. Τό κράτος παραμένει ἑλλαδικόν ἀντί ἑλληνικόν πού θά ἔπρεπε νά εἶναι. Συνεχῶς ζοῦμε ἦττες καί ἐθνικές συῤῥικνώσεις. Ντροπές, προσβολές καί εὐτελισμούς.
Εἴθε αὐτή ἡ 25η Μαρτίου, ἔστω μίζερη καί κολοβωμένη ὅπως ἑορτάσθη νά μᾶς φέρη, ἐπί τέλους, τά μηνύματα μιᾶς νέας ἐθνεγερσίας, ὥστε νά συνεχίσουμε ἐκεῖ ὅπου ἐσταμάτησε τό ὄνειρο τῶν ἀγωνιστῶν πατέρων μας πρίν ἀπό 170 περίπου χρόνια.

Ἀδελφοί μου Καλή Ἀνάστασιν ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ. Καλή Ἀνάστασιν τοῦ γένους μας καί... Καλή Λευτεριά!


Ἀνδρέας Πετρόπουλος
Ἀξιωματικός ἐ.ἄ.

http://www.agioskosmas.gr/periodiko.asp?isue=12&artid=97


Ο Αδαμάντιος Κοραής γράφει για την Επανάσταση του 1821

http://http---ellinon-anava.pblogs.gr/2013/03/adamantios-korahs,κντ.

Τηλέμαχου Λουγγή-Η Επανάσταση του 1821: Μια μαρξιστική προσέγγιση (ΙΙ)

https://erodotos.wordpress.com/2009/01/19/epanastasi-1821-marxismos-louggis/
http://www1.rizospastis.gr/story.do?id=3981469&publDate=1/4/2007

1821-Επανάσταση στήν Εύβοια

http://www.agiasofia.com/epanastasis/epanastasis7.html