Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

ΛΑΜΠΡΟΥ ΚΟΥΤΣΟΝΙΚΑ- ΓΕΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΣΤΑΣΕΩΣ (1863)

ΤΟΜΟΣ 1 http://invenio.lib.auth.gr/record/123314/files/1.pdf?version=1
Main αρχείο(α):
Additional αρχείο(α):

Καταστροφή των Ψαρών (1824)

http://el.wikipedia.org/wiki//knt.
Καταστροφή των Ψαρών αποκαλείται η άλωση των Ψαρών και η σφαγή των κατοίκων τους από τον Οθωμανικό Στρατό τον Ιούνιο του 1824, κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821.
Gysis Nikolaos After the destruction of Psara.jpg
«Μετά την καταστροφή των Ψαρών». Έργο του Νικόλαου Γύζη
Ημερομηνία21 Ιουνίου 1824
ΤόποςΨαρά
Έκβασηήττα των Ελλήνων και καταστροφή της νήσου
Εμπλεκόμενες πλευρές
Greek Revolution flag.svg Έλληνες επαναστάτεςFlag of the Ottoman Empire (1453-1517).svg Οθωμανική αυτοκρατορία
Ηγετικά πρόσωπα
Ψαρά: τοπική αρχή του νησιού
Θεσσαλομακεδόνες:Γούλας Κασάνδριος, Σλαβούνος Ράδος
Οθωμανοί:
Αλβανοί: Ισμαήλ Πασά Πλιάσας, Μπανιούς Σέβρανης
Δυνάμεις
κάτοικοι του νησιού + 600 ΘεσσαλομακεδόνεςΟθωμανικός στόλος με 10.000 στρατό, εκ των οποίων 3.000 Αλβανοί
Απώλειες
φοβερές απώλειες, άλωση του νησιού, προσφυγή των κατοίκων στην Μονεμβασία και από εκεί στην Αίγινα

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ-wikipedia

http://el.wikipedia.org/wiki/κντ2.
http://invenio.lib.auth.gr/record/123314/files/




Χάρτης με τις διαδοχικές επεκτάσεις του ελληνικού κράτους. Με σκούρο μπλε το αρχικό ελληνικό κράτος που όριζε το πρωτόκολλο του Λονδίνου του Αυγούστου 1832

Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2014

Κώστας Τσιαντής: Απόψεις για τη ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΑΣ (Ι). Απάντηση σε επιστολή που έλαβα από συμπατριώτη μας που ζει στο εξωτερικό (2011)

Αγαπητέ συμπατριώτη (..)
Ευχαριστώ για τη συνέντευξη του καθηγητή κ. Ιωάννη Μπουγά, που είχες την καλοσύνη να μου στείλεις.
Γράφω κάποιες σκέψεις, που αναπόφευκτα έχουν σχέση με την ερμηνεία των γεγονότων που συνόδευσαν  την τραγική περίοδο της φασιστικής κατοχής και της εθνικής αντίστασης, αλλά και που συνδέονται με το «τι μέλλει γενέσθαι» όσον αφορά την οδυνηρή  δοκιμασία που διέρχεται σήμερα η Ελλάδα και ο λαός μας.
Δεν είμαι ιστορικός, αλλά προσπαθώ  από ιστορικά τεκμήρια να σχηματίσω μια εικόνα για πράγματα που  δεν έζησα προσωπικά, αλλά που η σημασία τους επηρέασε τον μετέπειτα ιστορικό, κοινωνικό και πολιτικό μας βίο και συγχρόνως κατέδειξε παραλήψεις και αστοχίες σε επίπεδο πολιτικής όρασης και στρατηγικής  που είναι  ανάγκη σήμερα να υπερβούμε στην πολιτική  προοπτική  ανάστασης του τόπου.


Ι. ΜΕΘΟΔΟΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Κάθε δοκίμιο -ιστορική μαρτυρία αποτελεί αναγκαίο υλικό για την ιστορική έρευνα, η οποία για την περίοδο 1940-49 προχωράει και συνεχίζεται  ακόμα. Κι αυτό είναι πιστεύω  αναγκαίο έως ότου φανεί από κάποια απόσταση η αλήθεια (που ξεπερνάει τη μονομέρεια) και  αποδοθεί  σε βάθος του χρόνου η πιο δίκαιη  κρίση για τα γεγονότα.
Δεν έζησα προσωπικά το δράμα της ξένης κατοχής και του εμφυλίου. Οι προσωπικές μαρτυρίες των ανθρώπων και η ιστορική βιβλιογραφία μένουν οι βάσεις για το σχηματισμό της προσωπικής μου κρίσης. Και με την έννοια αυτή κάθε μελέτη έχει για μένα την αξία της και το ιδιαίτερο βάρος της.
Ωστόσο, δεν με βρίσκει σύμφωνο η μέθοδος συγγραφής της ιστορίας χωρίς την αναζήτηση και την ανάδειξη της αιτίας των γεγονότων. Και στο σημείο αυτό είμαι αντίθετος προς τη θέση  που διατυπώνει ο καθηγητής κ. Ιωάννης Μπουγάς όταν λέει: «Ό,τι γράφω, είμαι βέβαιος ότι έγινε, και ακριβώς όπως το περιγράφω. Το γιατί έγινε, είναι εξήγηση που χρειάζεται να δοθεί από άλλους».
Αλλά αν απομονώσουμε κάθε ιστορική (συλλογική) πράξη απ' την αιτία της (κίνητρο: ταξικό, ιδεολογικό, γεωπολιτικό, συμφεροντολογικό ή ηθικό) και τη δούμε μόνο απεικονιστικά (ως εικόνα), τότε θαρρώ πως δεν φτάνουμε στην ουσία της. Οι Έλληνες που αντιστάθηκαν στον φασισμό θα χαρακτηρίζονταν τότε εγκληματίες. Οι Έλληνες που σφάχτηκαν μεταξύ τους θα ήσαν μανιακοί δολοφόνοι. Δεν υπάρχουν ιστορικο-πολιτικά  γεγονότα (πράξεις) χωρίς προθέσεις (intentions), όπως δεν υπάρχει ζωντανό σώμα χωρίς ψυχή.Το ίδιο ισχύει και όταν επιλέγουμε και προβάλλουμε τα γεγονότα (facts). Κάθε τί που εμφανίζεται στη σκηνή το συνοδεύει πάντα η πρόθεση (συνειδητή ή όχι- δεν έχει σημασία).
Αλλά ακόμα και όταν η ιστορική πράξη δίδεται μαζί με την αιτία της, αλλά η αιτία δεν φτάνει μέχρι του σημείου να αναλύσει τις στάσεις θύματος και θύτη, και μονομερώς αναφέρεται στον ένα από τους δυο, τότε φτάνουμε σε εξιστορήσεις σαν και αυτές λ.χ. της παραδοσιακής  αριστεράς (καθαρά ταξικές) ή της άκρας δεξιάς (εθνικιστικές).
ΙΙ. ΠΛΑΙΣΙΟ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΤΗΣ ΑΙΤΙΑΣ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΤΩΝ
1. Γενικά. Υπό το πρίσμα που προανέφερα διαβάζω τη συνέντευξη του κ. Ι. Μπουγά και συλλογίζομαι τότε αυτά που έγραφε ο Π. Κανελλόπουλος στις 8 Νοεμβρίου 1944: «Πεθάνανε οι μάρτυρές μας και μπήκαν στη μια και αδίχαστη γραμμή του θανάτου, για να μπούμε εμείς στη μια και αδίχαστη γραμμή της Ζωής. Αν όσοι σκοτώθηκαν έπεσαν ενωμένοι, για να χωριζόμαστε εμείς οι ζωντανοί σε στρατόπεδα που μισούνται  μεταξύ τους και είναι έτοιμα να αλληλοσπαραχτούν, τότε πρέπει να πούμε ότι οι θυσίες των μαρτύρων ήταν περιττές. Δεν υπάρχει παρά ένας μόνον χώρος για την πραγματική ενότητα του Έθνους, και ο χώρος αυτός είναι η δημοκρατική Πολιτεία. Ας φύγει από μέσα μας κάθε δισταγμός, που κάνει τους μεν ή τους δε να επιφυλάσσουν για τον εαυτό τους κάποιο δικαίωμα υλικής βίας, που μπορεί να γίνει αφορμή να καταστρέψουμε τα πάντα» (Παναγιώτης Κανελλόπουλος (Ιστορικά Δοκίμια, Α: Πώς εφθάσαμε στην 21η Απριλίου 1967, Β: 1940-1944. Εθνική Αντίσταση, Αθήνα 1975), σ.253.
Σκέφτομαι τα λόγια αυτά και βρίσκω ότι είναι ανάγκη η ιστορία εκείνης της περιόδου να αποκατασταθεί στις πραγματικές της διαστάσεις, τόσο από πλευράς συμβάντων καθαυτών (φρικιαστικών σε κάθε περίπτωση!), αλλά και από πλευράς του ευρύτερου γεωπολιτικού και ιδεολογικού πλαισίου που παρήγαγε τις αιτίες των τραγικών συμβάντων. Και η αναζήτηση αυτού του πλαισίου αν είναι μια φορά αναγκαία για την αντίσταση του λαού μας απέναντι στο φασισμό, είναι διπλά αναγκαία για την αποτροπή κάθε εμφύλιας σύρραξης. Γιατί ο σκοπός  συγγραφής της εθνικής ιστορίας ενός λαού δεν είναι για να δικαιώσει ιδεολογικά κάποια πλευρά, αλλά για να διδάξει τις νέες γενιές πώς ο λαός υπερασπίζεται την ελευθερία και ανεξαρτησία του, αλλά και να καταδικάσει τις συνθήκες  της διαίρεσής που τον οδηγούν στην εμφύλια τραγωδία.
Διδακτικές για μένα στάθηκαν από την άποψη αυτή οι σελίδες από την ιστορία της Εθνικής Αντίστασης που έγραψε ο Π. Κανελλόπουλος, ο οποίος έζησε ο ίδιος από υψηλή θέση ευθύνης τα γεγονότα.
Δεν είναι σκοπός μου εδώ να περιγράψω το πλαίσιο αναφοράς των γεγονότων εκείνης της περιόδου. Αλλά θα σημειώσω ενδεικτικά τρία σημεία:
2.Ρόλος της Σοβιετικής Ένωσης: Κατά την περίοδο της φασιστικής-ναζιστικής κατοχής (1940-44), «η Σοβιετική Ένωση δεν απέβλεπε- δεν θα εξετάσω εδώ για ποιους λόγους- στην επικράτηση του κομμουνισμού στον ελλαδικό χώρο. Επιθυμούσε και συνιστούσε τη συνεργασία και την ένωση των πολιτικών και αντιστασιακών δυνάμεων. Μ' άλλα λόγια, πολύ πριν από τη διάσκεψη του Τσώρτσιλ και του Στάλιν στη Μόσχα (10-20-1944), που ήταν αποφασιστική για την τύχη των Βαλκανίων, η Σοβιετική Ένωση () είχε παραδεχτεί, ότι προτεραιότητα ενδιαφέροντος για την Ελλάδα είχε η Μεγάλη Βρετανία» (ο.π. σ.243). Αυτό με κάνει να πιστεύω ότι η υπόθαλψη του διχασμού, που τον ενίσχυε ανοιχτά η Αγγλία, δεν προερχόταν από το φόβο να καταστεί η Ελλάδα κομμουνιστική, αλλά ανεξάρτητη (κατά το παράδειγμα της τότε Γιουγκοσλαβίας).
3. Ρόλος Σωμάτων Ασφαλείας. Στις 2 Σεπτεμβρίου 1944 ορκίστηκαν στο Κάιρο οι ΕΑΜικοί υπουργοί (..) ως μέλη της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, ενώ το ζήτημα της αρχηγίας των ενόπλων δυνάμεων στην μέλλουσα να ελευθερωθεί Ελλάδα ανατέθηκε στον στρατηγό Σπηλιωτόπουλο και τον Άγγλο στρατηγό Σκόμπυ. Ο  Πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου αναφέρει στο διάγγελμά του μεταξύ άλλων: «Δυο είναι οι μεγάλοι σκοποί μας! Η ενική Απελευθέρωσις και Αποκατάστασις και η Λαϊκή Κυριαρχία». Τονίζει επίσης: «Αλλά υπάρχουν και σκιαί. Υπάρχουν, πρώτον, τα Τάγματα Ασφαλείας. Έλληνες ετέθησαν εις την υπηρεσία των κατακτητών εναντίον των Ελλήνων. Το Εθνικόν Συνέδριον του Λιβάνου κατήγγειλε τα Τάγματα Ασφαλείας. Και η κυβέρνησις της εθνικής Ενώσεως, σήμερον, επαναλαμβάνει την καταδίκην των. Η ύπαρξις ενόπλων σωμάτων υπό οιονδήποτε όνομα εις την υπηρεσίαν του εχθρού αποτελεί έγκλημα κατά της Πατρίδος» (Τάσος Βουρνάς, Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας [1940-45], σ. 394).
Τι γράφει όμως ο Π. Κανελλόπουλος;  «Ο  Γ. Κάτρης μιλάει για «κατοχική αστυνομία και χωροφυλακή». Πλανάται. Η Αστυνομία και η Χωροφυλακή δεν ήταν «κατοχικές». Ήταν «ελληνικές». Προβλεπόταν από τους διεθνείς κανόνες του πολέμου, να εξακολουθούν να εκτελούν τα καθήκοντα τους τα σώματα ασφαλείας σε περιοχές, που καταλαμβάνονται από τον εχθρό. Υπήρξαν βέβαια στελέχη της Αστυνομίας και της Χωροφυλακής -ευτυχώς, όχι πολλά- που έδρασαν προδοτικά κατά των αντιστασιακών οργανώσεων. Αλλά τα περισσότερα στελέχη τους βοήθησαν, με κίνδυνο της ζωής τους,  τους αγωνιστές ή όσους διέφυγαν για τη Μέση Ανατολή». Παραθέτει προς επιβεβαίωση τρία περιστατικά (δύο εκ των οποίων αναφέρονται στο πρόσωπο του Διευθυντή Αστυνομίας  Άγγελου Έβερτ), με την ελπίδα πως θα αρκέσουν στον Γ. Κάτρη να αναθεωρήσει τις απόψεις του. (Παναγιώτης Κανελλόπουλος Ιστορικά Δοκίμια, σ.265-8). 
4.Εξάρτηση-Νόμος Δανεισμού-Εκμισθώσεως.   Όπως γράφει στις 9 Δεκεμβρίου 1944 στην «Ουάσιγκτον Ποστ»  ο έφεδρος ταγματάρχης του αμερικανικού στρατού και αργότερα Ύπατος Πρόεδρος της   ΑΧΕΠΑ και Αντιπρόεδρος του Προοδευτικού Κόμματος Ουάλλας, Γιώργος Χ. Βουρνάς: «Κάθε πληροφορημένος άνθρωπος γνωρίζει ότι ο Ατλαντικός Χάρτης κατεδίκασε τη βία στην διεθνή πολιτική. Το Λονδίνο όμως δεν τον ετίμησε ούτε με μια ευπρεπή κηδεία. Έτσι ο υπουργός των εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας Ήντεν επιφυλάσσει στον εαυτό του το δικαίωμα να επεμβαίνει στις Ευρωπαϊκές χώρες. Αυτό σημαίνει - γιατί η σύνδεση είναι άμεση - ότι η υλική βοήθεια που δίνεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες, βάσει του Νόμου Δανεισμού-εκμισθώσεως, προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για να κρατεί τους λαούς σε υποταγή. Αυτός είναι ο μεταπολεμικός κόσμος για τον οποίο πολεμούμε? Αυτή είναι η υπόσχεση στην οποία μπορούσαν να βασισθούν, όπως τους ελέχθη με ιερό όρκο, οι λαοί της Ευρώπης? Αυτή είναι η ιερή συμφωνία για την οποία εκατοντάδες χιλιάδες έχασαν τη ζωή τους?» (Τάσος Βουρνάς, Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας [1940-45], σ. 394)..
ΙΙΙ. ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΤΗΣ  ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΛΑΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ
Όπως αναφέρει ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος (Ιστορικά Δοκίμια, Α: Πώς εφθάσαμε στην 21η Απριλίου 1967, Β: 1940-1944. Εθνική Αντίσταση, Αθήνα 1975):
Συνέδριο Λιβάνου (20 Μαίου 1944): «Όλοι οι σύνεδροι επιθυμούσαμε ή θεωρούσαμε αναγκαία- με παραλλαγές αισθημάτων και  απώτερων βλέψεων- την Εθνική Ενότητα.. Στις 20 Μαΐου έγραψα: ''Σήμερα τ' απόγευμα έληξαν οι εργασίες του συνεδρίου. Καταλήξαμε σε συμφωνία. Η στιγμή που αναγγέλθηκε η συμφωνία,  ήταν συγκινητική. Δεν ξέρω τι θα βγει από τη σημερινή μέρα. Πάντως, η μέρα τούτη ήταν ιστορική. Όλα τα κόμματα και όλες οι μαχητικές οργανώσεις τν βουνών και των πόλεων της Ελλάδος αποφασίσαμε να σχηματίσουμε την πιο πανελλήνια κυβέρνηση που έχει ποτέ υπάρξει. Για πρώτη φορά μπαίνουν οι Έλληνες κομμουνιστές σε Ελληνική κυβέρνηση. Οι ευθύνες που αναλαμβάνουμε είναι τεράστιες. .Όλοι μας δείξαμε διάθεση ελληνική. Ας δώσει ο θεός, η ιστορία, που έρχεται, να ανταποκριθεί στη διάθεσή μας και να δικαιώσει την απόφαση, που πήραμε''».σ.245.    
«Αν η απόφαση αυτή είχε ληφθεί τον Αύγουστο του 1943, όταν ήρθαν στο Κάιρο από τα «ελεύθερα βουνά» της Ελλάδος οι αντιπρόσωποι του ΕΑΜ-ΕΛΑ, του ΕΔΕΣ και της ΕΚΚΑ, όχι μόνο θα είχε προληφθεί η επανάληψη των εμφυλίων συγκρούσεων του ΕΛΑΣ με τις δυνάμεις του Ζέρβα, η σφαγή του Δημητρίου Ψαρρού, και το μεγάλο στασιαστικό κίνημα στη Μέση Ανατολή, αλλά και η ευχή που διατύπωσα -μεσάνυχτα- πάνω στον Λίβανο, θα είχε πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες να εκπληρωθεί» (σς.245-6).
Πoιός έσπρωξε τον ιστορικό δείκτη στη δωδέκατη ώρα; «Όλοι φταίξαμε, άλλοι περισσότερο και άλλοι λιγότερο. Πρώτη όμως έφταιξε η τότε ηγεσία του ΚΚΕ, που- κρίνοντας (όπως και αργότερα, τον Δεκέμβριο του 1944) με τρόπο αντιρρεαλιστικό τις αντικειμενικές ιστορικές περιστάσεις- θεώρησε υπερβολικές τις υποχωρήσεις που έκαναν οι αντιπρόσωποί της, καθώς και οι αντιπρόσωποι του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ στο Συνέδριο του Λιβάνου, και όχι μόνο δεν τους εξουσιοδότησε να μπουν στην κυβέρνηση, που σχηματίσαμε (20 Μαΐου 1944), αλλά τους ανεκάλεσε, υποχρεώνοντάς τους να επιστρέψουν στα βουνά. Ότι η ενέργεια αυτή της τότε ηγεσία του ΚΚΕ ήταν αντιρρεαλιστική δεν χρειάζεται να το αποδείξω. Είναι κάτι αυταπόδεικτο. Τρεις μήνες αργότερα, δηλαδή στα τέλη Αυγούστου 1944 ( ), εγκατέλειψε η ηγεσία του ΚΚΕ κάθε επιφύλαξη, ήρθαν οι αντιπρόσωποι της ΠΕΕΑ, του ΕΑΜ και του ΚΚΕ από τα βουνά και στις 2 Σεπτεμβρίου 1944 ορκίστηκαν υπουργοί οι Αλ. Σβώλος, Ηλίας Τσιριμώκος, Νικ. Ασκούτης, Γιάνης Ζέβγος, Μιλιτάδης Πορφυρογένης, και Άγγελος Αγγελόπουλος. Αλλά ο δείκτης της ιστορίας δεν απείχε τη στιγμή εκείνη παρά μόνο μερικά δευτερόλεπτα από τη δωδέκατη ώρα. Πολλά θα μπορούσαν να είχαν γίνει ή να είχαν αποφευχθεί στους τρις μήνες που χάθηκαν! Γιατί τάχα θα έπρεπε να  φθάσω στην Πελοπόννησο (στην Καλαμάτα) στις 27 Σεπτεμβρίου 1944 και να μην είχα βρεθεί εκεί, στο στρατηγείο του Άρη Βελουχιώτη, ένα ή δυο μήνες πριν, δηλαδή πριν χυθεί τόσο αίμα στον Πύργο και στην Βαρβάσαινα, στην Καλαμάτα, στον Μελιγαλά, στον Αχλαδόκαμπο, στους Γαργαλιάνους και στην Πύλο;  Δεν χρειάστηκε παρά η απλή  παρουσία μου- χωρίς ελληνικές (κυβερνητικές) ή βρετανικές δυνάμεις- και η συνεργασία μου, ως υπουργού  της κυβερνήσεως Εθνικής Ενότητας, με τον Άρη Βελουχιώτη, για να λυθεί η πολιορκία της Τριπόλεως από τον ΕΛΑΣ και να μη χυθεί ούτε σταγόνα αίματος στην Τρίπολη. Περιορίζομαι στη μνεία της άμεσης αυτής εμπειρίας μου, για να πω, βασισμένος, σε αυτήν, ότι η ιδέα, που από τον Αύγουστο του 1943 είχαν υποστηρίξει τα «βουνά» (και είχα εγώ υιοθετήσει), να σχηματιζόταν από τότε Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, με κλιμάκια υπουργών, που θα είχαν εγκατασταθεί στα «ελεύθερα βουνά», μπορούσε- αν είχε πραγματοποιηθεί- όχι μόνο να προλάβει πολλά δεινά, που εμεσολάβησαν ως την άνοιξη του 1944, αλλά και να αλλάξει την πορεία της ιστορίας. Τότε, τον Αύγουστο του 1943, δεν είχε φταίξει το ΚΚΕ. Είχαν φταίξει άλλοι, Έλληνες και ξένοι. Για τη μοιραία, όμως καθυστέρηση των τριών μηνών, από το Συνέδριο του Λιβάνου ως τις 2 Σεπτεμβρίου 1944 [κυβέρνηση εθνικής ενότητας: Κάιρο, μετά τις 6 Σεπτεμβρίου μεταφέρθηκε στην Ιταλία- Καζέρτα], έφταιξε η ηγεσία του ΚΚΕ».
Άρης και Κανελλόπουλος μπαίνουν μαζί στην Πάτρα: Στις 4 Οκτωβρίου 1944 απελευθερώθηκε η Πάτρα. «Αλλά ο Άρης και εγώ φτάσαμε μια μέρα αργότερα, αφού είχαμε περάσει μαζί ένα δραματικό δεκαήμερο στην Καλαμάτα, στη Μάκρη (Μπολέτα), στην Τρίπολη, στα βουνά της Αρκαδίας, και στον Πύργο. Και έχω, νομίζω, το δικαίωμα να πω, ότι την εξεπλήρωσα. Αλλά οφείλω να αναγνωρίσω, ότι με βοήθησαν, στην εκπλήρωσή της, ο Άρης, που διοικούσε (όχι πια ως καπετάνιος αλλά ως μέραρχος) τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο, ο συνταγματάρχης Σπυρίδων Τσικλητήρας, διοικητής της ταξιαρχίας του ΕΛΑΣ, ο Βουρνάς, ο Κουρλαμπάς, και οι καπετάνιοι Ερμής (Βασίλης Πριόβολος) και Ωρίων. Και ας προσθέσω, ότι δεν συνόδευσα εγώ τον Άρη, αλλά ο Άρης, αν και παντοδύναμος, είχε δεχτεί να συνοδεύσει εμένα τον ανυπεράσπιστο. Μου είχε, μάλιστα, εκφράσει την  επιθυμία να μπούμε μαζί στην Αθήνα. Αλλά δεν είχαμε το δικαίωμα, ούτε εκείνος, ούτε εγώ» (σ.251).
Επιστολή Άρη στον Π. Κανελλόπουλο Στις 14 Οκτωβρίου του 1944 ο Άρης διατάχτηκε από το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ να εγκαταλείψει την Πελοπόννησο. Έγραψε τότε  σε επιστολή του προς τον  Π. Κανελλόπουλο : «Συναγωνιστή Υπουργέ, . Σας γράφω από το Αίγιο και παίρνω την ευκαιρία για να σας εκφράσω τις άπειρες και ειλικρινείς ευχές μου για την  ευόδωση του έργου σας, που είναι και έργο της Εθνικής μας Κυβερνήσεως και, κατά συνέπεια, ολοκλήρου του Λαού μας. Στο νου και την καρδιά μου κυριαρχεί η ιδέα της απόλυτης επιβολής της λαϊκής θέλησης. Φιλοδοξία μου μοναδική, να προσφέρω και τον εαυτό του στο βωμό αυτής της ιδέας. Και θάμαι ευτυχέστερος,  αν πολεμήσω- έστω και ως απλούς στρατιώτης- τον φασισμό, τον οποιοδήποτε φασισμό, ως την οριστική συντριβή του. Παρακαλώ δεχτείτε την άπειρη εκτίμηση και αγάπη μου. Άρης Βελουχιώτης»  (ό.π. σ.251-252).

ΙV. H ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ ΔΝΤ ΚΑΙ Η ΚΡΙΣΙΜΗ ΚΑΜΠΗ ΓΙΑ ΤΗΝ  ΕΘΝΙΚΗ ΜΑΣ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ
Δεν έχω λόγο να αμφιβάλλω για τις προθέσεις των ιστορικών και συγγραφέων να φέρουν στο φως την όλη αλήθεια για την ιστορία μας. Όπως δεν έχω λόγο να αμφισβητώ τις  αναμφισβήτητες καλόπιστες πατριωτικές προθέσεις που εκφράζει ο Άρης στην  επιστολή του προς τον  Π. Κανελλόπουλο. Κι αυτό όχι για να επιλέξω σώνει και καλά τη «μέση γραμμή», αλλά γιατί αυτό πιστεύω είναι πιο κοντά στα γεγονότα και στις αιτίες που τα παρήγαγαν.      
Παρατηρώ προσεκτικά τις τελευταίες δεκαετίες τις προσπάθειες του λαού μας να κατανοήσει - εν μέσω υφιστάμενων μεγάλων δυσκολιών-  καλύτερα τα γεγονότα και να τα αποτιμήσει με μια διάθεση πιο αντικειμενική, λιγότερο δογματική και όσο γίνεται συναισθηματικά αποφορτισμένη. 
Ο ρόλος της ποίησης (Τέχνης) υπήρξε καταλυτικός σ' αυτή την προσπάθεια αυτογνωσίας. Η λέξη «πατρίδα» έχει αρχίζει να ξαναβρίσκει ανάμεσα στο λαό την κυρίαρχη αξία της και η εθνική ενότητα να γίνεται αναγκαίο μέλημα όλων των Ελλήνων πατριωτών. Φυσικά υπάρχουν ποσοστά συμπατριωτών μας που εξακολουθούν να δίνουν προτεραιότητα στον «ταξικό αγώνα», όπως κι εκείνοι που επενδύουν (άγνωστο με τι μυαλά ή κίνητρα) στην αποδόμηση της ταυτότητας του έθνους (ιστορικής, οικονομικής, πνευματικής, θρησκευτικής, πολιτισμικής). Αλλά όσο θα υπάρχουν έξωθεν κατακτητές και άρπαγες των πατρίδων, όσο θα προσπαθούν να τους επιβάλλουν δικτατορίες και πείνα, τόσο οι πατρίδες θα υπάρχουν  και θα δυναμώνουν την αντίστασή τους!
Σήμερα η πατρίδα μας βρίσκεται, εξ αιτίας του πολιτικού κατεστημένου,  στην πιο κρίσιμη ώρα της μεταπολεμικής περιόδου. Η εφαρμοζόμενη κυβερνητική πολιτική της είναι αδιέξοδη. Το Χρέος μετά το Μνημόνιο υπολογίζεται ότι θα φτάσει στο 150% του ΑΕΠ- θα μεγαλώσει δηλαδή απ' ότι είναι σήμερα, ενώ παράλληλα θα έχει εξαθλιωθεί πλήρως ο λαός μας. Η εθνική μας ακεραιότητα και κυριαρχία πλήττονται και αποσαθρώνονται, τόσο με τους  Όρους Δανεισμού  που περιλαμβάνει το Μνημόνιο, αλλά  και τη νέα δομή του ΝΑΤΟ που επιβάλλεται στην περιοχή.  Ο καθορισμός των κυριαρχικών  Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών μας (ΑΟΖ) μετατίθεται  σε αόριστο χρόνο. Η χρήση του δικαιώματος που απορρέει από το διεθνές Δίκαιο της θάλασσας για επέκταση των χωρικών μας υδάτων στα 12 δώδεκα μίλια βρίσκεται εγκαταλελειμμένος. Οι δραστηριότητες που αναπτύσσει το τουρκικό προξενείο στην Ξάνθη  για τον εκτουρκισμό των Πομάκων και των Ρομά της Θράκης με σκοπό τη σταδιακή αυτονόμηση της περιοχής (σε στυλ Κοσόβου) παραμένουν χωρίς ελληνική πολιτική αντίδραση. Η προστασία των δικαιωμάτων της εθνικής ελληνικής μειονότητας στη Βόρειο Ήπειρο έχει υποχωρήσει δραματικά, ενώ παράλληλα απέναντι στους Κλέφτες της Ιστορίας που διεκδικούν τη Μακεδονία οι πολιτικοί μας τηρούν από μακρού γραμμή  ενδοτικότητας. 
Υπό τις συνθήκες αυτές η ανάγκη για εθνική ενότητα και αρραγές πατριωτικό μέτωπο προβάλλει επιτακτική όσο ποτέ άλλοτε. Πολεμάμε πλέον με τον κακό μας εαυτό. Ενάντια στην πολιτική του «αποφασίζομεν και διατάσσομεν» των συμμάχων μας και ενάντια στα όργανα του αφελληνισμού που την υπηρετούν. Ενάντια στο παρακμιακό πολιτικό κατεστημένο που προσπαθεί να διασωθεί ανακυκλώνοντας τον εαυτό του και αλλάζοντας πρωτεϊκά μορφή. Ενάντια στην ασυδοσία των τραπεζών και του χρηματοπιστωτικού συστήματος  που κερδοσκοπεί εις βάρος μας αξιοποιώντας τη συνταγή του Χρήματος ως Χρέος.
Αγαπητέ πατριώτη, Ζητάμε τη βοήθειά σας. Την  ενημέρωση των συμπατριωτών μας. Την στήριξη να αλλάξουμε το Σύνταγμα και να εξασφαλίσουμε θεσμικά την δημοκρατική αποδοτική λειτουργία του Πολιτεύματος. Τη στήριξη να ανανεωθεί το πολιτικό σύστημα και να βρεθεί  διέξοδος για τη σωτηρία της Ελλάδας και την οικοδόμηση του μέλλοντός της. 
Ζητάμε τη βοήθειά σας. Να στηρίξουμε τη λαϊκή συσπείρωση και τη ζύμωση ιδεών  που επιδιώκει τούτες τις κρίσιμες ώρες με το Κίνημα Ανεξάρτητων Πολιτών ένας  άνθρωπος  κοινής εμπιστοσύνης και εκτίμησης,  ο Μίκης Θεοδωράκης: Άνθρωπος που αφιέρωσε τη ζωή του για την πατρίδα και το λαό μας, όπως το μαρτυρούν οι πολυετείς αγώνες  του για την εθνική ανεξαρτησία και τα λαϊκά συμφέροντα. Άνθρωπος, που διαθέτοντας το υψηλό χάρισμα της Τέχνης, απεδείχθη ικανός να σταθεί πιο ψηλά από τις διαχωριστικές γραμμές και τις διχαστικές μνήμες του παρελθόντος και να υπερασπιστεί την εθνική ενότητα μέσα από το άσβεστο πάθος του για την Ελλάδα της Ελευθερίας, της Δικαιοσύνης και του Πολιτισμού.
Φιλοδοξία του φυσικά δεν είναι ούτε να γίνει Πρωθυπουργός ούτε να διεκδικήσει κάποιο άλλο δημόσιο αξίωμα. Φιλοδοξία του είναι να φανεί χρήσιμος για την πατρίδα και το λαό μας. Να ανοίξει δρόμους, και να ωθήσει τους Έλληνες προς μια νέα Ελληνική Δημιουργία. Μια διαδικασία στην οποία ο καθένας από μας μπορεί να βρει τη θέση του και ν' αναλάβει την ευθύνη. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που τονίζεται στην ιστοσελίδα της Κίνησης Ανεξάρτητων Πολιτών: «ΕΛΛΗΝΕΣ, Ο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΗΓΕΤΗΣ θα βρεθεί.. το πιο σημαντικό αυτή τη στιγμή είναι να ΒΡΕΘΕΙ Ο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ!».

Με πατριωτικά αισθήματα


Κώστας Τσιαντής 

Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2014

ΒΟΥΛΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩ-ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Συνταγματική Ιστορία

Τα τοπικά πολιτεύματα της επαναστατικής περιόδου

Με την έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του 1821 στην Ελλάδα, ιδρύθηκαν τα πρώτα τοπικά πολιτεύματα: η «Μεσσηνιακή Γερουσία», ο «Οργανισμός της Πελοποννησιακής Γερουσίας», «η Βουλή της Θετταλομαγνησίας», ο «Οργανισμός της Γερουσίας της Δυτικής Ελλάδος» και η «Νομική Διάταξις της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος» ή «Οργανισμός του Αρείου Πάγου, Γερουσίας της Ανατολικής Ελλάδος». Τα πολιτεύματα αυτά, ψηφισμένα κατά το πρώτο έτος της επανάστασης, το 1821, από τοπικές Συνελεύσεις προκρίτων των επαρχιών, είχαν ως σκοπό την προσωρινή διοικητική και στρατιωτική οργάνωση, προέβλεπαν δε τη μελλοντική σύσταση «Βουλής του Έθνους», στην οποία θα ανήκε η νομοθετική εξουσία και από την οποία θα εξηρτώντο οι κατά τόπους ιδρυθείσες «Διοικήσεις», δηλαδή οι Γερουσίες της Πελοποννήσου και της Δυτικής Ελλάδας και ο Άρειος Πάγος της Ανατολικής Ελλάδας.

Κατά τη διάρκεια της επαναστατικής περιόδου ψηφίσθηκαν από συνελεύσεις του επαναστατημένου λαού και τα συνταγματικά σχέδια της Σάμου και της Κρήτης. Συγκεκριμένως, το Μάιο του 1821, επικυρώθηκε η «Έκθεσις του Τοπικού Συστήματος της Σάμου» και το Μάιο του 1822 το «Προσωρινόν Πολίτευμα της νήσου Κρήτης».

Θα πρέπει να σημειωθεί, πως η ίδρυση των τοπικών αυτών πολιτευμάτων ήταν ιδιαιτέρως σημαντική, αφενός μεν διότι περιείχαν, αν και ατελώς, αρχές πολιτικής αυτοδιάθεσης και ατομικής ελευθερίας, για τις οποίες αγωνιζόταν τότε ο λαός, αφετέρου δε διότι αποκάλυπταν την έφεση για διοίκηση και πολιτειακή ευνομία με αιρετούς άρχοντες, με ταυτόχρονη εισαγωγή κάποιων από τα συστατικά της παραδοσιακής ελληνικής κοινωνίας.

Τα Συντάγματα εθνικής εμβέλειας

Η πρώτη, ωστόσο, κορυφαία στιγμή της πολιτικής ιστορίας της νεότερης Ελλάδας σε επίπεδο εθνικής πολιτειακής ρύθμισης, που εδραίωσε στη συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας το συνταγματισμό ως το θεμελιώδες και αναγκαίο κριτήριο πολιτικής νομιμότητας, διαρκούντος μάλιστα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, ήταν η ψήφιση του πρώτου ελληνικού συντάγματος από την Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, τον Ιανουάριο του 1822. Το Σύνταγμα, «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος», περιλάμβανε 110 σύντομες παραγράφους χωρισμένες σε "τίτλους" και "τμήματα" και προέβλεπε την αντιπροσωπευτική αρχή και την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Η «Διοίκησις» αποτελείτο από το «Βουλευτικόν» και το «Εκτελεστικόν», δύο συλλογικά όργανα με ενιαύσια θητεία, τα οποία «ισοσταθμίζονταν» στη νομοπαραγωγική διαδικασία, ενώ το «Δικαστικόν» ήταν ενδεκαμελές και ανεξάρτητο από «τας άλλας δύο δυνάμεις».

Το Σύνταγμα της Επιδαύρου υποβλήθηκε, το Απρίλιο του 1823, σε αναθεώρηση από τη Β΄ Εθνοσυνέλευση, η οποία συνήλθε στο Άστρος. Το νέο Σύνταγμα, που αποτελούσε απλή αναθεώρηση του προϊσχύσαντος, ονομάστηκε «Νόμος της Επιδαύρου», ήταν νομοτεχνικώς αρτιότερο και καθιέρωνε ελαφρά υπεροχή της νομοθετικής εξουσίας έναντι της εκτελεστικής. Ακόμη, μεταρρύθμιζε τα δικαιώματα της εκτελεστικής εξουσίας τα σχετικά με την κατάρτιση των νόμων, βελτίωνε τις διατάξεις περί ατομικών δικαιωμάτων και μετέβαλλε επί το δημοκρατικότερο τον εκλογικό νόμο.

Το σημαντικότερο των Συνταγμάτων της Επανάστασης ψηφίσθηκε στην Τροιζήνα το Μάιο του 1827 από τη Γ΄ Εθνοσυνέλευση, η οποία είχε ήδη αποφασίσει πως πρέπει «η νομοτελεστική εξουσία παραδοθή εις ένα και μόνον». Κατόπιν, με ψήφισμά της εξέλεξε τον Ιωάννη Καποδίστρια «Κυβερνήτη της Ελλάδος» για επτά χρόνια και ψήφισε το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος» που έμεινε στην ιστορία ως το πιο φιλελεύθερο και δημοκρατικό σύνταγμα της εποχής του. Η Συνέλευση θέλοντας να δώσει στη χώρα ένα οριστικό πολίτευμα, εμπνευσμένο από δημοκρατικές και φιλελεύθερες ιδέες και βεβαίως από το Πολίτευμα της Ελληνικής Δημοκρατίας του Ρήγα, διακήρυττε στο νέο Σύνταγμα για πρώτη φορά την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας: «η κυριαρχία ενυπάρχει εις το Έθνος, πάσα εξουσία πηγάζει εξ αυτού και υπάρχει υπέρ αυτού». Ακόμη, καθιέρωνε ρητά τη διάκριση των εξουσιών, ανέθετε στον Κυβερνήτη την εκτελεστική εξουσία και τη νομοθετική στο σώμα των αντιπροσώπων του λαού, τη Βουλή.

Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας (1828-1832)

Ο Καποδίστριας, ωστόσο, επικαλούμενος την αταξία και τις δυσκολίες που καθιστούσαν τη διακυβέρνηση δυσχερή εισηγήθηκε στη Βουλή, και αυτή με ψήφισμά της, τον Ιανουάριο του 1828 αποδέχθηκε, την αναστολή της λειτουργίας της ιδίας και του Συντάγματος. Στη θέση της Βουλής ιδρύθηκε το «Πανελλήνιον» και αργότερα η Γερουσία, συμβουλευτικά όργανα, τα οποία μετείχαν «μετά του Κυβερνήτου της Ελλάδος των έργων της Κυβερνήσεως». Ουσιαστικώς, βεβαίως, την εξουσία ασκούσε ο ίδιος ο Καποδίστριας ο οποίος συγκέντρωνε στα χέρια του όλη την εξουσία με λαϊκό χρίσμα που εκείνος λάμβανε και ανανέωνε με το αντιπροσωπευτικό σύστημα. Δεν πρέπει, ωστόσο, να παραγνωρισθεί η προσπάθειά του για τη δημιουργία κρατικής υπόστασης από το μηδέν και η απελευθέρωση μεγάλου μέρους της χώρας.

Μετά τη δολοφονία του Ι. Καποδίστρια και την ταραχώδη περίοδο που ακολούθησε, η αυτοαποκληθείσα «Πέμπτη Εθνική των Ελλήνων Συνέλευσις» ψήφισε τελικώς, το 1832, στο Ναύπλιο νέο «Σύνταγμα», διορίζοντας ταυτοχρόνως Κυβερνήτη τον αδελφό του δολοφονηθέντος Ιωάννη Καποδίστρια, Αυγουστίνο. Στη συνέχεια το «Σύνταγμα» αυτό, που θύμιζε έντονα το αμερικανικό και δεν ίσχυσε ποτέ, χαρακτηρίστηκε «Ηγεμονικό», διότι προέβλεπε κληρονομικό αρχηγό του κράτους, τον Ηγεμόνα.

Η απόλυτη μοναρχία (1832-1843)

Στην περίοδο της απόλυτης μοναρχίας του Όθωνα που ακολούθησε, η περιφρόνηση που επέδειξε ο μονάρχης σε βάρος της φιλελεύθερης ελληνικής ιδιοσυγκρασίας και ιδίως η άγνοιά του ότι η κοινωνική σύσταση της χώρας δεν παρείχε καν μόνιμα και σοβαρά ερείσματα απολυταρχικού πολιτεύματος, οδήγησαν, την 3η Σεπτεμβρίου 1843, σε λαϊκή εξέγερση και σε στάση της φρουράς των Αθηνών με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Δ. Καλλέργη. Μετά την επανάσταση συγκλήθηκε Εθνική Συνέλευση, η οποία ψήφισε, το επόμενο έτος, Σύνταγμα, που ήταν και το πρώτο του ανεξάρτητου, από το 1830, ελληνικού κράτους.

Η συνταγματική μοναρχία (1843-1862)

Το Σύνταγμα του 1844 δεν αποτέλεσε έργο μιας κυρίαρχης εθνικής συντακτικής συνέλευσης, αλλά η Συνέλευση απλώς συνέπραξε στην κατάρτισή του. Για τον λόγο αυτό χαρακτηρίσθηκε «Σύνταγμα-συμβόλαιο», «Σύνταγμα-συνθήκη» ή τέλος, «Σύνταγμα-συνάλλαγμα». Καθιέρωνε δε την κληρονομική συνταγματική μοναρχία, με κυρίαρχο όργανο του Κράτους τον μονάρχη, στον οποίο αναγνωρίζονταν εκτεταμένες και ουσιώδεις εξουσίες καθώς και το «τεκμήριο της αρμοδιότητας». Το πρόσωπό του ανώτατου άρχοντα χαρακτηριζόταν ιερό και απαραβίαστο. Ο ανώτατος άρχων ασκούσε την εκτελεστική εξουσία «δια των υπουργών του», τη νομοθετική από κοινού με την εκλεγμένη Βουλή και τη διορισμένη Γερουσία και, τέλος, τη δικαστική, η οποία πήγαζε από εκείνον, «δια των δικαστηρίων». Επίσης, το Σύνταγμα καθιέρωνε την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, την ευθύνη των υπουργών για τις πράξεις του μονάρχη, ο οποίος τους διόριζε και τους έπαυε, αναγνώριζε θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα, μεταξύ των οποίων, για πρώτη φορά, το απόρρητο των επιστολών και το άσυλο της κατοικίας, και προέβλεπε στο ακροτελεύτιο άρθρο 107 ότι «η τήρησις του παρόντος Συντάγματος αφιερούται εις τον πατριωτισμόν των Ελλήνων». Τέλος, ο εκλογικός νόμος, που ψηφίσθηκε το Μάρτιο του 1844, καθιέρωσε την εκλογή των βουλευτών με πλειοψηφικό σύστημα δύο γύρων, που θα διεξαγόταν με άμεση, σχεδόν καθολική και μυστική ψηφοφορία.

Η πρώτη περίοδος του πολιτεύματος της βασιλευομένης δημοκρατίας (1864-1909)

Οι συνεχώς, όμως, μεταβαλλόμενες κοινωνικές εξελίξεις ενίσχυσαν το φιλελεύθερο και δημοκρατικό πνεύμα, ούτως ώστε οι διαρκείς απολυταρχικές τάσεις του Όθωνα όχι μόνο να μην είναι πλέον ανεκτές, αλλά και να υπονομεύουν την ίδια του τη βασιλεία. Έτσι, τον Οκτώβριο του 1862, πολίτες και στρατός της Αθήνας εξεγέρθηκαν και προκάλεσαν την έκπτωση του ιδίου και της δυναστείας των Wittelsbach. Η επανάσταση αυτή σηματοδότησε την κατάλυση της συνταγματικής μοναρχίας και τη μετάβαση στο πολίτευμα της βασιλευομένης δημοκρατίας με μονάρχη, πλέον, τον Δανό πρίγκιπα Γεώργιο – Χριστιανό – Γουλιέλμο της δυναστείας Schleswig – Holstein –Sønderburg – Glücksburg, ο οποίος ορκίσθηκε τον Οκτώβριο του 1863 ως Γεώργιος Α΄ «Βασιλεύς των Ελλήνων». Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου (Οκτώβριος 1862 – Οκτώβριος 1863), της μεσοβασιλείας όπως έγινε γνωστή, το σύστημα διακυβέρνησης που ίσχυσε ήταν το σύστημα της κυβερνώσας Βουλής, το οποίο λειτούργησε για πρώτη και τελευταία φορά στη συνταγματική μας ιστορία.

Το Σύνταγμα του 1864, προϊόν της «Β΄ εν Αθήναις Εθνικής των Ελλήνων Συνελεύσεως» που ακολούθησε τη λαϊκή εξέγερση, περιλάμβανε 110 άρθρα, ήταν επηρεασμένο από τα συντάγματα του Βελγίου (1831) και της Δανίας (1849) και έμελλε να ισχύσει (με τις αναθεωρήσεις του 1911 και του 1952) για περισσότερα από εκατό χρόνια. Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό του νέου καταστατικού χάρτη της χώρας ήταν ότι επανέφερε την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας του Συντάγματος της Τροιζήνας του 1827 και διείπετο από τη δημοκρατική και όχι τη μοναρχική αρχή, δηλαδή αναγνωριζόταν πλέον το έθνος, ο ελληνικός λαός, και όχι ο μονάρχης, ως πηγή και φορέας της κρατικής εξουσίας. Ακόμη, καθιέρωσε, μεταξύ άλλων, την αρχή της άμεσης, καθολικής και μυστικής ψηφοφορίας η οποία θα διεξήγετο και θα διενεργείτο ταυτοχρόνως σε όλη την επικράτεια, το σύστημα της μιας (μονήρους) Βουλής τετραετούς θητείας, τα δικαιώματα του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι, ενώ κατήργησε τη Γερουσία. Παραλλήλως, υιοθέτησε αρκετές από τις διατάξεις του Συντάγματος του 1844, προέβλεψε, όμως, επιπλέον, τη δυνατότητα σύστασης από τη Βουλή «εξεταστικών των πραγμάτων επιτροπών». Επίσης, ο βασιλιάς διατήρησε το δικαίωμα να συγκαλεί τακτικώς και εκτάκτως τη Βουλή όπως και να τη διαλύει κατά την κρίση του, αλλά το περί διαλύσεως Διάταγμα έπρεπε να είναι προσυπογεγραμμένο από το Υπουργικό Συμβούλιο. Τέλος, παρά το γεγονός ότι η πρόταση για υποχρέωση του στέμματος «όπως λαμβάνη τους υπουργούς εκ των Βουλών» απορρίφθηκε κατά πλειοψηφία, η κατοχύρωση του δημοκρατικού χαρακτήρα του νέου πολιτεύματος, πέραν της καθιέρωσης για πρώτη φορά των δικαιωμάτων που ήδη αναφέρθηκαν, δεν άργησε να εκδηλωθεί με τον πλέον πανηγυρικό τρόπο.

Συγκεκριμένως, με τον λόγο του Θρόνου στις 11 Αυγούστου 1875, και χάρη στο πολιτικό κύρος του Χαρίλαου Τρικούπη, καθιερώθηκε ατύπως η Αρχή της Δεδηλωμένης, η οποία, μεταβάλλοντας τη σχέση στέμματος και λαϊκής αντιπροσωπείας και προσδίδοντας άλλη ουσία στο όλο σύστημα της οργάνωσης των εξουσιών, νομιμοποίησε ουσιαστικώς την εισαγωγή του κοινοβουλευτικού συστήματος στη χώρα. Βάσει της αρχής της «δεδηλωμένης» ο βασιλιάς είχε υποχρέωση να διορίζει την Κυβέρνηση λαμβάνοντας υπόψη του τη θέληση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, όπως όριζαν η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και το πνεύμα του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. Η διάταξη, επομένως, του Συντάγματος κατά την οποία «ο Βασιλεύς διορίζει και παύει τους Υπουργούς αυτού» τέθηκε σε περιορισμό, καθώς η κυβέρνηση όφειλε να λαμβάνει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή.

Η δεύτερη περίοδος του πολιτεύματος της βασιλευομένης δημοκρατίας και η ανακήρυξη της αβασίλευτης δημοκρατίας (1911-1924)

Το Σύνταγμα του 1864 υπήρξε μακρόβιο και ίσχυσε χωρίς ιδιαίτερες μεταβολές έως το 1911, οπότε οι έντονες πιέσεις για πολιτικές, διοικητικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, που οδήγησαν στο «στρατιωτικό κίνημα» στο Γουδί (1909) και την άνοδο του Ελευθερίου Βενιζέλου στην εξουσία, επέβαλαν την αναθεώρησή του.

Οι σημαντικότερες μεταβολές που επέφερε η αναθεώρηση του 1911 ήταν η ενίσχυση των ατομικών ελευθεριών («το Δημόσιον Δίκαιο των Ελλήνων» κατά την ορολογία της εποχής) και του κράτους δικαίου, και ο γενικότερος εκσυγχρονισμός των θεσμών. Οι σημαντικότερες αλλαγές σε σχέση με το Σύνταγμα του 1864 στο επίπεδο της προστασίας των ατομικών ελευθεριών ήταν η ενίσχυση της προστασίας της προσωπικής ασφάλειας, η μείωση από το 30ό στο 25ο του ορίου ηλικίας των εκλόγιμων βουλευτών, η φορολογική ισότητα, το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και του απαραβιάστου της κατοικίας. Ταυτοχρόνως, αναβαθμίσθηκε ο ρόλος της Βουλής, ενισχύθηκαν οι εγγυήσεις της δικαστικής ανεξαρτησίας, επανιδρύθηκε το Συμβούλιο της Επικρατείας και ανατέθηκε ο έλεγχος του κύρους των βουλευτικών εκλογών σε ειδικό δικαστήριο, το Εκλογοδικείο, καθιερώθηκαν για πρώτη φορά η υποχρεωτική και δωρεάν στοιχειώδης εκπαίδευση, η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία και η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων και, τέλος, προβλέφθηκε απλούστερη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος.

Ο εθνικός διχασμός, ωστόσο, κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ως αποτέλεσμα των συνεχών συγκρούσεων της πολιτικής ηγεσίας με το παλάτι, η μικρασιατική καταστροφή και η μεταβολή των γεωπολιτικών συνθηκών στη νοτιοανατολική Ευρώπη καθώς επίσης και η έλευση των προσφυγικών πληθυσμών στον ελλαδικό χώρο, οδήγησαν στην επανάσταση του Σεπτεμβρίου 1922 και, τελικώς, στην εγκαθίδρυση αβασίλευτου δημοκρατικού πολιτεύματος. Με την αποφασιστική συμβολή του Αλεξάνδρου Παπαναστασίου, η «Δ΄ εν Αθήναις Συντακτική Συνέλευσις» κατήργησε, στη συνεδρίαση της 25ης Μαρτίου 1924, τον βασιλικό θεσμό και ανακήρυξε την αβασίλευτη δημοκρατία.

Το Σύνταγμα του 1927

Μετά την ψήφιση του Συντάγματος του 1925, που αποδείχθηκε θνησιγενές, έργο της επιτροπής του Αλ. Παπαναστασίου, και τις δικτατορίες Πάγκαλου και Κονδύλη, το 1925 και 1926, αντιστοίχως, η αβασίλευτη δημοκρατία καθιερώθηκε τελικώς με το Σύνταγμα του 1927.

Συμφώνως με αυτό, προβλεπόταν ο θεσμός του αιρετού ανώτατου άρχοντα, ο οποίος εκλεγόταν από τα δύο πλέον νομοθετικά Σώματα, τη Βουλή και τη Γερουσία, για πενταετή θητεία. Ο ανώτατος άρχοντας, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ήταν πολιτικώς ανεύθυνος, δεν μετείχε στη νομοθετική λειτουργία, μπορούσε να διαλύσει τη Βουλή μόνο μετά από σύμφωνη γνώμη της Γερουσίας και κατείχε το δικαίωμα έκδοσης νομοθετικών διαταγμάτων προσωρινής ισχύος. Ακόμη, καθιερώθηκε ο θεσμός του προαιρετικού συνταγματικού δημοψηφίσματος, θεσπίσθηκαν, για πρώτη φορά, κοινωνικά δικαιώματα όπως η προστασία της επιστήμης, της τέχνης κ.ά., εισήχθη η προστασία της τοπικής αυτοδιοίκησης, η αρμοδιότητα των δικαστηρίων να ελέγχουν τη συνταγματικότητα των νόμων, η αναγνώριση των κομμάτων ως οργανικών στοιχείων του πολιτεύματος και η κατοχύρωση του δικαιώματός τους να συμμετέχουν, αναλόγως της δύναμής τους, στη σύνθεση των διαφόρων κοινοβουλευτικών επιτροπών. Για πρώτη φορά, τέλος, ελληνικό Σύνταγμα περιέλαβε διάταξη που όριζε ότι η κυβέρνηση όφειλε «να απολάβει της εμπιστοσύνης της Βουλής». Με τον τρόπο αυτό καθιέρωσε και θεσμικώς, πλέον, την αρχή της «δεδηλωμένης» του 1875.

Το Σύνταγμα αυτό, που έμελλε να ισχύσει για οκτώ μόνο χρόνια και ήταν συντηρητικότερο του σχεδίου της επιτροπής Παπαναστασίου, χαρακτηρίσθηκε στο πεδίο της οργάνωσης των εξουσιών από την τάση για υπέρμετρη ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας. Ο επιβεβλημένος, ωστόσο, από τις αντίξοες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες κρατικός παρεμβατισμός δεν εξασφαλίσθηκε, με μοιραίο επακόλουθο τη συχνή παραβίασή του. Υπό τις συνθήκες αυτές, η αβασίλευτη Δημοκρατία, χωρίς συγκεκριμένο και ουσιαστικό κοινωνικό περιεχόμενο, δεν κατόρθωσε να καταστεί το σημείο αναφοράς ενός νέου εθνικού οράματος, που οι δημοκρατικοί πολιτικοί άνδρες της εποχής αναζητούσαν με συνέπεια να μην προωθηθούν αποτελεσματικώς οι απαραίτητες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις. Η δε σύντομη κυβερνητική σταθερότητα που ακολούθησε με την κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου (1928-1932), δεν δημιούργησε, εξαιτίας της χρονικής της βραχύτητας, ισχυρό υπόβαθρο κοινοβουλευτικής λειτουργίας.

Η τρίτη περίοδος του πολιτεύματος της βασιλευομένης δημοκρατίας (1952-1967)

Η δεύτερη δικτατορία Κονδύλη, η δικτατορία Μεταξά, τα δύσκολα χρόνια της γερμανικής κατοχής και ο εμφύλιος πόλεμος μετέβαλαν τις κοινωνικοπολιτικές ισορροπίες σε εθνικό και σε διεθνές επίπεδο, με συνέπεια τη διακοπή της προσδοκώμενης «κοινοβουλευτικής ωρίμανσης». Η εξέλιξη των κοινοβουλευτικών θεσμών, επανήλθε μόλις στις αρχές της δεκαετίας του ’50, μετά και από την ατυχή κατάληξη, το 1948, της αναθεωρητικής διαδικασίας της Επιτροπής του Β΄ Ψηφίσματος.

Το Σύνταγμα του 1952 αποτελούνταν από 114 άρθρα και, λόγω των ιδιαίτερων κοινωνικοπολιτικών συνθηκών που επικράτησαν κατά την κατάρτισή του, υπήρξε συντηρητικό και σε μεγάλο βαθμό προσκολλημένο στα συνταγματικά κείμενα του 1864 και του 1911. Βασικές καινοτομίες του ήσαν η ρητή καθιέρωση του Κοινοβουλευτισμού σε καθεστώς βασιλευομένης δημοκρατίας και η κατοχύρωση, για πρώτη φορά, στις Ελληνίδες του δικαιώματος ψήφου και υποβολής υποψηφιότητας για το βουλευτικό αξίωμα. Ταυτοχρόνως, αντιμετώπιζε συντηρητικώς τα ατομικά δικαιώματα, την εκπαίδευση και τον Τύπο.

Διαρκούσης της ισχύος του Συντάγματος του 1952, το Φεβρουάριο του 1963 κατατέθηκε πρόταση ευρείας αναθεώρησης του Συντάγματος από την κυβέρνηση του Κ. Καραμανλή, η οποία όμως δεν πραγματοποιήθηκε τελικώς, λόγω της παραίτησης της κυβέρνησης και της διάλυσης της Βουλής μετά από λίγους μήνες. Αρκετές ωστόσο από τις προτάσεις που περιείχε αυτή η πρόταση αναθεώρησης ανευρίσκονται στο Σύνταγμα του 1975.

Η επτάχρονη, τέλος, στρατιωτική δικτατορία της 21ης Απριλίου (1967-1974) ψήφισε δύο συνταγματικά κείμενα, το 1968 και το 1973, εκ των οποίων μάλιστα το τελευταίο προέβλεπε την αβασίλευτη μορφή του πολιτεύματος. Τα συνταγματικά αυτά κείμενα είχαν αντιδημοκρατικά χαρακτηριστικά, ήταν εξαιρετικώς συντηρητικής νοοτροπίας και δεν εφαρμόσθηκαν.

Η καθιέρωση της προεδρευομένης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και το Σύνταγμα του 1975

Με την αποκατάσταση της δημοκρατικής νομιμότητας, τον Ιούλιο του 1974, η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας έθεσε ως πρώτο στόχο της την εδραίωση της Δημοκρατίας και επανέφερε εν μέρει σε ισχύ το Σύνταγμα του 1952, με εξαίρεση τις διατάξεις που αφορούσαν τον βασιλέα. Τις πρώτες ελεύθερες βουλευτικές εκλογές (17 Νοεμβρίου 1974) και το δημοψήφισμα για τη μορφή του πολιτεύματος (8 Δεκεμβρίου 1974), το οποίο απέβη υπέρ του πολιτεύματος της αβασίλευτης δημοκρατίας, ακολούθησε το Σύνταγμα του 1975. Το Σύνταγμα αυτό, μολονότι ψηφίσθηκε τελικώς μόνο από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, συγκέντρωσε σταδιακώς κατά την εφαρμογή του την ευρύτερη δυνατή αποδοχή εκ μέρους των πολιτικών δυνάμεων της χώρας.

Ο νέος καταστατικός χάρτης της χώρας εισήγαγε το πολίτευμα της προεδρευομένης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, περιείχε εξαρχής ευρύ κατάλογο ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων προσαρμοσμένο στις απαιτήσεις των καιρών και παραχωρούσε σημαντικές εξουσίες στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, οι οποίες του επέτρεπαν να παρεμβαίνει αποφασιστικώς στη ρύθμιση της πολιτικής ζωής. Το κράτος δικαίου προστατευόταν αποτελεσματικώς, ενώ προβλεπόταν και η συμμετοχή της χώρας σε διεθνείς οργανισμούς και – εμμέσως – στην τότε ΕΟΚ.

Η πρώτη αναθεώρηση του Συντάγματος του 1975 (1986)

Τον Μάρτιο του 1986, συμφώνως με το άρθρο 110 του Συντάγματος, ένδεκα άρθρα αναθεωρήθηκαν και ψηφίσθηκε η μεταφορά του κειμένου του Συντάγματος στη δημοτική γλώσσα. Με την αναθεώρηση αυτή οι αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας περιορίσθηκαν σε σημαντικό βαθμό. Παρά την πολιτική και συνταγματική ένταση της περιόδου εκείνης, το αναθεωρημένο Σύνταγμα του 1975/1986, εισάγοντας ένα αμιγώς κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης, εφαρμόσθηκε κατά τρόπο που εξασφάλισε στη χώρα κοινοβουλευτική σταθερότητα και ομαλή πολιτική ζωή.

Η δεύτερη αναθεώρηση του Συντάγματος του 1975 (2001)

Την άνοιξη του 2001 ψηφίσθηκε μια νέα, πολύ πιο εκτεταμένη αυτή τη φορά, αναθεώρηση του Συντάγματος και, μάλιστα, σε κλίμα κατά κανόνα συναινετικό. Είναι χαρακτηριστικό ότι, παρά την τροποποίηση μεγάλου αριθμού διατάξεων του Συντάγματος, η αναθεώρηση έγινε αποδεκτή, στη μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων, από τα τέσσερα πέμπτα του συνόλου των βουλευτών, και, επομένως, ο όρος «συναινετική αναθεώρηση» αποδίδει την πολιτική πραγματικότητα.

Το αναθεωρημένο Σύνταγμα εισήγαγε νέα ατομικά δικαιώματα (όπως, π.χ., την προστασία της γενετικής ταυτότητας ή την προστασία από την ηλεκτρονική επεξεργασία προσωπικών δεδομένων), νέους κανόνες διαφάνειας στην πολιτική ζωή (χρηματοδότηση πολιτικών κομμάτων, προεκλογικές δαπάνες, σχέσεις των ιδιοκτητών μέσων μαζικής ενημέρωσης με το Κράτος κ.ά.), προσάρμοσε στην πραγματικότητα τα σχετικά προς την ανάδειξη στο βουλευτικό αξίωμα κωλύματα και ασυμβίβαστα με λήψη υπόψη της νομολογίας του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, εκσυγχρόνισε και αναδιοργάνωσε τις λειτουργίες της Βουλής, ανήγαγε σε συνταγματικό θεσμό τις καίριας σημασίας ανεξάρτητες αρχές, προέβη σε εκτεταμένη μεταρρύθμιση στο πεδίο της Δικαιοσύνης και ενίσχυσε το αποκεντρωτικό σύστημα της χώρας.

Η τρίτη αναθεώρηση του Συντάγματος του 1975 (2008)

Το Σύνταγμα του 1975 αναθεωρήθηκε για τρίτη φορά το 2008 σε περιορισμένο αριθμό διατάξεών του. Μεταξύ των διατάξεων που έγιναν δεκτές, είναι η κατάργηση του επαγγελματικού ασυμβιβάστου, που είχε θεσπισθεί με την αναθεώρηση του 2001, η προσθήκη των νησιωτικών και ορεινών περιοχών της χώρας στη μέριμνα του κοινού νομοθέτη και της Διοίκησης όταν πρόκειται για τη θέσπιση αναπτυξιακών μέτρων, η πρόβλεψη της δυνατότητας της Βουλής να υποβάλλει, υπό προϋποθέσεις, προτάσεις τροποποίησης επί μέρους κονδυλίων του προϋπολογισμού, αλλά και η πρόβλεψη ειδικότερης διαδικασίας ως προς την παρακολούθηση από τη Βουλή της εκτέλεσης του προϋπολογισμού.

Συμπερασματικώς, το ισχύον Σύνταγμα θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως Σύνταγμα με πολιτική και ιστορική νομιμοποίηση, σύγχρονο και προσαρμοσμένο στις διεθνείς εξελίξεις και παρέχον ένα πλήρες θεσμικό πλαίσιο για την Ελλάδα του 21ου αιώνα.

http://www.hellenicparliament.gr/Vouli-ton-Ellinon/To-Politevma/Syntagmatiki-Istoria/

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014



Ελένη Γλυκατζή Αρβελέρ (Μεταίχμιο)




Το πολύ πετυχημένο και εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ, έπειτα από χρόνια απουσίας, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ. Το βιβλίο που αγαπήθηκε από το ευρύ κοινό, στο οποίο και απευθύνεται, είναι ένα απόσταγμα, σχεδόν βιωματικό, από την πολύχρονη διδασκαλία της διαπρεπούς βυζαντινολόγου στη Σορβόννη. Σύμφωνα με την ίδια «απευθύνεται σε όσους από τους Νεοέλληνες ταλανίζονται με το πρόβλημα της ελληνικής ιστορικής συνέχειας και στους ξένους (κυρίως τους Δυτικοευρωπαίους και τους Αμερικανούς βλαστούς τους) που αρκούνται στην επιλεκτική γνώση του παρελθόντος τους». 
Χρησιμοποιώντας κείμενα-κλειδιά, η συγγραφέας αναλύει εκείνα τα επιτεύγματα που αναδεικνύουν το Βυζάντιο ως την πρώτη ευρωπαϊκή αυτοκρατορία και που εξηγούν το πολιτισμικό μεγαλείο του και την ασυνήθη για παγκόσμια δύναμη μακροβιότητά του. Μια επιστημονικά τεκμηριωμένη έκδοση για όλους τους αναγνώστες, πάντα επίκαιρη, από την Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, μια από τις πλέον εξέχουσες πανεπιστημιακές προσωπικότητες με ιδιαίτερα σημαντική εργογραφία που παραμένει σημείο αναφοράς των μελετητών.
Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ είναι η πρώτη γυναίκα πρόεδρος του τμήματος Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης (1967). Το 1976 γίνεται πρύτανης του Πανεπιστημίου της Σορβόννης και καταγράφεται ως η πρώτη γυναίκα πρύτανης στη μέχρι τότε ιστορία των 700 χρόνων του Πανεπιστημίου. Στη συνέχεια ανακηρύσσεται πρύτανης του Πανεπιστημίου της Ευρώπης. Επίσης διετέλεσε Πρόεδρος του Πανεπιστημίου Παρισίων, Πρύτανης των Πανεπιστημίων Παρισίων και Πρόεδρος του Κέντρου Georges Pompidou-Beaubourg. Θεωρείται μια απ' τις πλέον εξέχουσες πανεπιστημιακές προσωπικότητες, ιδιαίτερα στη Βυζαντινολογία, με πολύ μεγάλο αριθμό σχετικών διαλέξεων και ομιλιών ανά τον κόσμο. Η εργογραφία της είναι ιδιαιτέρως σημαντική και παραμένει σημείο αναφοράς των μελετητών.
Απόσπασμα από το βιβλίο
Α. Ίδρυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας
«Αρχή παιδεύσεως και σοφίας η των ονομάτων επίσκεψις» έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες. Το όνομα Βυζάντιο θέτει το πρώτο πρόβλημα. Και αυτό γιατί ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε την εποχή εκείνη από αυτούς που ορίζει σήμερα. Οι όροι «Βυζάντιο» και «Βυζαντινός», που περιγράφουν την περίοδο της μεσαιωνικής ιστο-ρίας των χωρών που αποτέλεσαν την αυτοκρατορία, την οποία σήμερα ονομάζουμε καταχρηστικά Βυζαντινή, εφευρέθηκαν από τους πρώτους μελετητές της εποχής και της περιοχής αυτής. Καθολικοί ιερωμένοι, οι οποίοι αρνήθηκαν, για λόγους ιδεολογικούς, να ονομάσουν την αυτοκρατορία των σχισματικών, πάντα κατ’ αυτούς, ορθοδόξων χριστιανών, με το επίσημο όνομά της, που ήταν το Ρώμη και ρωμαϊκή πολιτεία. Το ευγενές αυτό όνομα παρέπεμπε, έλεγαν, στην καθολική Ρώμη και όχι στην Κωνσταντινούπολη. Η ονομασία Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης, που θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηρίσει τη Βυζαντινή αυτοκρατορία, αποκλείστηκε και αυτή, γιατί ανήκε, πάντα κατά τους Bollandistes, στην αυτοκρατορία που ίδρυσαν με αυτό το όνομα οι σταυροφόροι όταν κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη το 1204, αυτοκρατορία που διήρκεσε ως το 1261, όταν δηλαδή ο Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος ανακατέλαβε την Κωνσταντινούπολη κάνοντας τότε ακριβώς και έμβλημα της αυτοκρατορίας του τον δικέφαλο αετό –πριν ήταν ο ρωμαϊκός μονοκέφαλος αετός–, με το σκεπτικό ότι έπρεπε να κοιτά Ανατολή και Δύση, να αγκαλιάζει δηλαδή το βλέμμα του την ακεραιότητα των κτήσεων και των κατακτητικών επιδιώξεων της αναστημένης στην Κωνσταντινούπολη αυτοκρατορίας. Ρώμη, λοιπόν, ονομαζόταν η αυτοκρατορία του Βυζαντίου –οι «έξω Ρώμης» είναι οι εκτός αυτοκρατορίας για τους Βυζαντινούς–, Ρωμανία, και όχι Ρουμανία, τα εδάφη που την απαρτίζουν, και βέβαια Ρωμαϊκή πολιτεία, Ρωμαϊκό κράτος και Ρωμαίοι οι πολίτες του. «Πιστός εν Χριστώ τω Θεώ βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων» ο κάθε αυτοκράτορας· αυτός είναι ο επίσημος τίτλος του βυζαντινού αυτοκράτορα ως το τέλος της αυτοκρατορίας, ως το 1453, τίτλος που αντικατέστησε το Imperator μετά την επικράτηση της ελληνικής γλώσσας. Και το μεν βασιλεύς δήλωνε την οικειοποίηση από τη βυζαντινή καγκελαρία, μετά την κατάλυση από τον αυτοκράτορα Ηράκλειο (610-641) της Περσικής αυτοκρατορίας, του τίτλου Βασιλεύς βασιλέων του Πέρση μονάρχη, ενώ ο χαρακτηρισμός «Ρωμαίων», ονομασία που για τους Βυζαντινούς ήταν αυτονόητη, προστέθηκε στον αυτοκρατορικό τίτλο, μετά τη διαμάχη με την Αγία Ρωμαϊκή αυτοκρατορία των Οθωνιδών, που ιδρύθηκε μετά τον Καρλομάγνο, δηλαδή τον Κάρολο τον Μέγα των Δυτικών, αυτού που στέφθηκε αυτοκράτωρ από τον πάπα Λέοντα Γ’ στη Ρώμη το 800. Το όνομα Ρωμαίος στον τίτλο του βυζαντινού αυτοκράτορα υπογράμμισε το ότι μοναδικός κληρονόμος και συνεχιστής της παγκόσμιας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ήταν μόνο το Βυζάντιο. Η χρήση του όρου «Ρωμαϊκός» ή «Ρώμη» από οποιονδήποτε άλλον ήταν λοιπόν για τους Βυζαντινούς σφετεριστική και καταχρηστική.
Είναι ίσως χρήσιμο να αναφέρω εδώ ότι το νόθο έγγραφο, το γνωστό ως Κωνσταντίνειος Δωρεά, σύμφωνα με το οποίο ο Μέγας Κωνσταντίνος φεύγοντας για την Κωνσταντινούπολη δώρισε την Παλαιά Ρώμη στον τότε πάπα Σίλβεστρο, κατασκευάστηκε από τις παπικές αρχές (τέλος 8ου αιώνα-αρχές 9ου αιώνα) για να καταπολεμήσουν τις απαιτήσεις της πολιτικής εξουσίας της Δύσης σχετικά με την ονομασία των επισκόπων. Το έγγραφο δεν καταγγέλθηκε ως νόθο από την Κωνσταντινούπολη, γιατί, άθελά του, άφηνε να εννοηθεί ότι οι κληρονόμοι των Ρωμαίων αυτοκρατόρων εδρεύουν έκτοτε στην Κωνσταντινούπολη, πράγμα που αφαιρούσε κάθε δικαίωμα αυτοκρατορικής απαίτησης από τους ηγεμόνες της Δύσης.
Επεκτάθηκα στο πρόβλημα του ονόματος, όχι μόνο για να εξηγήσω γιατί οι Διαμαρτυρόμενοι-Προτεστάντες βυζαντινολόγοι, μέχρι χθες ακόμη, ονόμαζαν το Βυζάντιο Ανατολική Ρωμαϊκή ή Ύστερη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, αλλά και για να σημειώσω αυτό που με κάποια υπερβολή έγραψε ο J. Bury: «Το Βυζάντιο δεν υπήρξε ποτέ, η Ρώμη έπεσε το 1453». Έπρεπε να αποδεχθούν και οι Έλληνες το όνομα Βυζάντιο, αντί της Ρωμιοσύνης και του Ρωμιός, ιδρύοντας και σχετική έδρα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών [σε αυτό ακολούθησαν το παράδειγμα για ίδρυση έδρας με το όνομα Βυζαντινή, που πρώτη έδωσε η Σορβόννη], για να γίνει παγκοσμίως δεκτό το αδόκιμο όνομα Βυζάντιο για τη μεσαιωνική ελληνική αυτοκρατορία, όνομα που οι Bollandistes, όπως σημειώσαμε, πρώτοι πρότειναν, γνωρίζοντας ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος ίδρυσε την Πόλη στην οποία έδωσε το όνομά του ακολουθώντας μια μακεδονική, αλεξανδρινή παράδοση, στα ερείπια της μεγαρικής αποικίας του Βυζαντίου. Αυτό εξηγεί άλλωστε γιατί μερικοί αρχαΐζοντες βυζαντινοί λόγιοι, π.χ. ο Μιχαήλ Ψελλός ή ο Μιχαήλ Χωνιάτης, ο κακώς λεγόμενος Ακομινάτος, χρησιμοποιούν τους όρους Βυζάντιο και Βυζαντινός ή Βυζάντιος για να δηλώσουν την Κωνσταντινούπολη και τους κατοίκους της, αλλά ποτέ για τους κατοίκους της αυτοκρατορίας στο σύνολό τους.
Η επισταμένη εξέταση του ονόματος της Βυζαντινής αυτοκρατορίας επιτρέπει τώρα να δώσουμε συνοπτικά τον ορισμό του Βυζαντίου: Βυζάντιο είναι, και ονομάζεται έτσι σήμερα, η πολιτεία, η αυτοκρατορία που κληρονόμησε και συνέχισε το πολίτευμα, το κράτος της αρχαίας αυτοκρατορικής Ρώμης, κυρίως στο ανατολικό τμήμα της παλιάς ρωμαϊκής επικράτειας, με αναφορά την πρωτεύουσα πόλη Κωνσταντινούπολη, που γρήγορα ονομάστηκε Νέα Ρώμη και κάποτε Δευτέρα ή Ετέρα. Ωστόσο, η αδιαφιλονίκητη αυτή σχέση του Βυζαντίου με τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία δεν είναι το μόνο ειδοποιό χαρακτηριστικό της νέας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Η πρεσβυτέρα Ρώμη παρέδωσε τα σκήπτρα στη νεωτέρα, για λόγους που σημάδεψαν την παγκόσμια ιστορία της εποχής, μιας εποχής κατά την οποία η Μεσόγειος διεκδικούσε το μονοπώλιο, θα λέγαμε, της ιστορίας.
Η μετάλλαξη της Ρώμης σε Βυζάντιο γίνεται υπό την πίεση τριών παραγόντων: 1) των βαρβαρικών εισβολών του 3ου και 4ου αιώνα, 2) της απειλής της τότε Περσικής αυτοκρατορίας, που διεκδικεί από τη Ρώμη την παγκόσμια αυτοκρατορία (το Dominium mundi) και 3) της διάδοσης του χριστιανισμού, της νέας θρησκείας, της οποίας οι οπαδοί όλο και περισσότερο διαδραματίζουν σημαίνοντα ρόλο στα τεκταινόμενα της εποχής. Η συμβολή του ανατολικού τμήματος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (Pars Orientis) γίνεται όλο και πιο αναγκαία και βαρύνουσα για την επίλυση των προβλημάτων αυτών. Η Ανατολή αντιμετωπίζει πρώτη τα κύματα των βαρβαρικών επιδρομών πριν αυτά ξεχυθούν προς τη Δύση· ανατολικά βέβαια υπάρχει η περσική απειλή και στην Ανατολή ακμάζει ο νεοπαγής χριστιανισμός: να θυμηθούμε ότι οι επτά λυχνίες της Αποκάλυψης που δηλώνουν τα περίλαμπρα χριστιανικά κέντρα της εποχής είναι και οι επτά πόλεις της Μικρασίας (Πέργαμος, Σμύρνη, Έφεσσος, Σάρδεις, Λαοδίκεια, Θυάτειρα, Φιλαδέλφεια), λογικά και η προσοχή του οξυδερκούς αυτοκράτορα Κωνσταντίνου στρέφεται προς την Ανατολή. Έτσι δίνει δικαίωμα στους χριστιανούς να ασκούν ελεύθερα τα θρησκευτικά τους καθήκοντα (αυτή είναι η σημασία του διατάγματος του Μιλάνου-Μεδιολάνου του 312), για να τους επιστρατεύσει ευκολότερα εναντίον των εξωτερικών εχθρών της αυτοκρατορίας, και κτίζει την Κωνσταντινούπολη στην Ανατολή, στο νευραλγικό μεταξύ Ευρώπης και Ασίας πέρασμα, σταθμό της ναυτικής αρτηρίας, που από τη Μεσόγειο οδηγούσε στον Εύξεινο Πόντο, για να αντιμετωπίσει τη βαρβαρική απειλή γρηγορότερα, αλλά κυρίως για να κινητοποιήσει τα στρατεύματα της Ρώμης κατά της αδιάκοπης προσπάθειας των Περσών να διαβρώσουν τα αυτοκρατορικά εδάφη σε Συρία, Μεσοποταμία και Περσαρμενία. Το νέο αυτό κέντρο, η Κωνσταντινούπολη, από καταβολής του έγινε κέντρο χριστιανικό· γρήγορα η Κωνσταντινούπολη ονομάστηκε εκτός από Νέα Ρώμη, Νέα Ιερουσαλήμ και Νέα Σιών, άσχετο αν ο ιδρυτής της δεν ήταν ασφαλώς ακόμη χριστιανός –αμφισβητείται άλλωστε το αν ποτέ βαφτίστηκε–, όταν την 11η Μαΐου του 330 εγκαινίαζε την πόλη του, που αφιέρωσε αμέσως, όπως γράφει η αναθηματική ιδρυτική στήλη, στον Δεσπότη Χριστόν: «Σοι Χριστέ Κόσμου Βασιλεύς και δεσπότης, σοι προστίθημι την δε την δούλην πόλιν και σκήπτρα της δε και το παν Ρώμης κράτος, φύλαττε ταύτην, σώζε δ’ εκ πάσης βλάβης». Αργότερα θα προστεθεί και η Παναγία η Οδηγήτρια, ως προστάτιδα της χριστιανικής πρωτεύουσας και των αυτοκρατορικών δυνάμεων. Το κείμενο της αναθηματικής στήλης υπογραμμίζει, μεταξύ άλλων, την ταύτιση της Κωνσταντινούπολης με όλη την αυτοκρατορία. Το φαινόμενο αυτό, που ονόμασα αλλού κωνσταντινοπολίτικη πόλωση, σημαδεύει όλη τη μακραίωνη ιστορία του Βυζαντίου.
Έτσι, στη ρωμαϊκή ρίζα του Βυζαντίου προστέθηκε η χριστιανική καταβολή, αλλά και η Κωνσταντινούπολη ως πρωτεύουσα πόλη της ανατολικής αυτοκρατορίας της Ρώμης, του ανατολικού τμήματός της, του προ πολλού εκχριστιανισθέντος και του, από την αλεξανδρινή κατάκτηση και εδώ, βαθιά εξελληνισθέντος. Να συνοψίσουμε λοιπόν όλα τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά που δη-μιούργησαν το Βυζάντιο, δίνοντας τον ουσιαστικό ορισμό της Βυζαντινής αυτοκρατορίας: Βυζάντιο είναι η εκχριστιανισμένη και εξελληνισμένη Ρωμαϊκή ανατολική αυτοκρατορία με την Κωνσταντινούπολη για πρωτεύουσα. Ο πλήρης αυτός ορισμός της Βυζαντινής αυτοκρατορίας θέτει νέο πρόβλημα σχετικά με τον χρόνο της γένεσης της πολιτείας αυτής, γιατί είναι αυτονόητο ότι, πλέον της θεμελιακής ρωμαϊκής υπόστασής της, η Βυζαντινή αυτοκρατορία χρειάστηκε πολύ χρόνο για να εκριζώσει την αρχαία ειδωλολατρία –ελληνική την έλεγαν οι Βυζαντινοί– και για να επιβάλει ως επίσημη γλώσσα τα ελληνικά, απέναντι κυρίως στα λατινικά, αλλά και για να εδραιώσει την εξουσία της απέναντι σε εισβολείς και αντιπάλους που απειλούσαν την ακεραιότητά της και αμφισβητούσαν βέβαια την παγκοσμιότητά της· αυτήν που διεκδικούσε ως μοναδική και οργανική κληρονόμος της Ρώμης από την ίδρυση της και ασφαλώς, αν όχι ως το τέλος της, ως τη διάλυσή της από τη φραγκική κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης, το 1204.
Πολλές οι προτάσεις για τον χρόνο ίδρυσης της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ανάλογα με το χαρακτηριστικό που θεωρείται κάθε φορά καθοριστικό. Μίλησαν για την αρχή του Διοκλητιανού (284) λόγω του διαχωρισμού της αρχαίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας σε Ανατολική και Δυτική. Αναφέρθηκαν στον Θεοδόσιο τον Μεγάλο (379-395), γιατί αυτός (και όχι ο Κωνσταντίνος όπως πολλοί νομίζουν) επέβαλε τον χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία του κράτους, που μετά τον θάνατό του χωρίστηκε οριστικά σε ανατολικό και δυτικό. Άλλοι τέλος φτάνουν στα μεταϊουστινιάνεια χρόνια –τέλος 6ου αρχές 7ου αιώνα– για να υπογραμμίσουν την υπερίσχυση της ελληνικής γλώσσας, τόσο στην κρατική μηχανή, όσο και στην πνευματική ζωή της πολυεθνικής αυτοκρατορίας που ήταν, όπως άλλωστε και κάθε αυτοκρατορία, το Βυζάντιο.
Να πούμε ότι, έστω συμβατικά, είναι σήμερα αποδεκτό ως χρόνος της γένεσης της αυτοκρατορίας το έτος 330, το Εγκαίνιο δηλαδή της Κωνσταντινουπόλεως. Άσχετο τώρα αν δεν είχε ακόμη εγκαταλειφθεί η πρωτεύουσα Ρώμη και αδιάφορο αν δεν έγινε τότε η translatio imperii [μεταφορά της αυτοκρατορίας από την Παλαιά στη Νέα Ρώμη], ούτε βέβαια και η translatio legis (νόμου). Ίσως ορθότερα θα πρέπει να μιλήσουμε για διπλή Ρώμη –η Κωνσταντινούπολη προικίσθηκε με θεσμούς που κοσμούσαν την Παλαιά Ρώμη, όπως γερουσία, επαρχιακή αρχή κ.λπ.–, αλλά δεν μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι το 330 η Αιωνία Πόλις, η Roma Aeterna, έσβησε εμπρός στην ομώνυμό της Νέα και Ωραία, όπως θέλουν οι εγκωμιαστές της Πόλης. Η Παλαιά Ρώμη μένει πάντα Αιωνία και Πρώτη. Ωστόσο, η θεωρία της Roma mobilis, δηλαδή της Κινητής Ρώμης, κάνει κάθε πόλη όπου διαμένει ο Ρωμαίος αυτοκράτορας να είναι, έστω παροδικά, η πρωτεύουσα πόλη. Θα πρέπει να φτάσει η καταστροφή της Παλαιάς Ρώμης από τους Γότθους του Αλάριχου (410) και λίγο μετά η διάλυση της Δυτικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (476) για να γίνει η Κωνσταντινούπολη η μόνη αυτοκρατορική Ρώμη. Η Κωνσταντινούπολη γίνεται πραγματική από τότε πρωτεύουσα με τη σημερινή έννοια του όρου, γιατί όποιος κατέχει την Κωνσταντινούπολη είναι και κύριος όλης της αυτοκρατορίας. Πόλις, λοιπόν, η Κωνσταντινούπολις Βασιλεύουσα, αμετακίνητη έδρα της αυλής και του θρόνου, αλλά και της συγκεντρωτικής κεντρικής διοίκησης της αυτοκρατορίας και βέβαια της εκκλησίας, του ομώνυμου δηλαδή πατριαρχείου.
Λογικά τίθεται λοιπόν τώρα το ερώτημα ποιες είναι οι περιοχές της παλαιάς Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας που βρίσκονται κατά καιρούς υπό τη δικαιοδοσία της Κωνσταντινούπολης; Το πρόβλημα δηλαδή των συνόρων του Βυζαντίου, του κράτους που, όπως σημειώσαμε, αναπτύχθηκε στο ανατολικό τμήμα της αρχαίας Ρωμαϊ-κής αυτοκρατορίας, αλλά που ως μοναδικός οργανικός συνεχιστής της αυτοκρατορίας εκείνης δεν έπαψε, κατά το δυνατόν, να διεκδικεί το σύνολο της κληρονομιάς της, δηλαδή τη ρωμαϊκή παγκοσμιότητα, σύμφωνα με την οποία κάθε γη προσβάσιμη και κάθε θάλασσα πλωτή ανήκει στη Ρώμη. Η θεωρία αυτή της αποκατάστασης της αρχαίας αυτοκρατορίας στα παλαιά της σύνορα, υπό την αιγίδα του Βυζαντίου, η ιδέα της ενοποίησης της αυτοκρατορίας υπό την Κωνσταντινούπολη, γνωστή ως πολιτική της Renovatio, της Reconquista, διατρέχει την αυτοκρατορική βυζαντινή ιδεολογία χωρίς διακοπή. Στηρίζεται στην πίστη ότι ο χριστιανός αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης είναι ο επίγειος αντιπρόσωπος του Θεού, με το σκεπτικό ένας Θεός στον ουρανό και ένας βασιλεύς στη γη, ο χριστιανός αυτοκράτορας, όπως το καθορίζει ο Ευσέβιος στον λόγο που απηύθυνε στον Μέγα Κωνσταντίνο για τα τριάντα χρόνια της βασιλείας του. Στην πεποίθηση άλλωστε αυτή αναφέρεται και η πίστη στην αιωνιότητα της αυτοκρατορίας, όπως την εξέφρασε τον 6ο αιώνα ο Κοσμάς Ινδικοπλεύστης: «το Κράτος των Ρωμαίων ου καταλυθήσεται, θα μείνει αλώβητον ανά τους αιώνας, ως πρώτον πιστεύσαν εις τον Δεσπότην Χριστόν».
Η ρήση του Κοσμά, ο οποίος ζει στα χρόνια του Ιουστινιανού, του αυτοκράτορα που έκανε για τελευταία φορά τη Renovatio πραγματικότητα, ούτε φαντάζει παράλογη ούτε ξενίζει. Μόλις όμως έναν αιώνα μετά το ιουστινιάνειο κατόρθωμα, αυτό που έχουν αποτυπώσει τα ψηφιδωτά του Αγίου Βιταλίου της Ραβέννας, η ακραία μονή του όρους Σινά και τα οχυρωματικά έργα του αυτοκράτορα αυτού κατά μήκος των συνόρων της αχανούς τότε αυτοκρατορίας, μόλις, λοιπόν, ένα ενάμιση αιώνα μετά τον Ιουστινιανό, οι αραβικές κατακτήσεις σε Ασία και Αφρική και οι σλαβικές διεισδύσεις στην Ευρώπη θα επιφέρουν τη στένωση της μέχρι τότε παγκόσμιας αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης. Αυτής της αιώνιας και αήττητου, όπως πίστευε ο Κοσμάς Ινδικοπλεύστης, γιατί μεταξύ άλλων, σημειώνει ο ίδιος ο Κοσμάς, «με το νόμισμά της εμπορεύονται πάντα τα έθνη». Τη στένωση αυτή θα περιγράψει παραστατικά ένας άλλος μοναχός, ο Ιάκωβος ο Νεοφώτιστος ο οποίος ζει στο τέλος του 7ου αιώνα, σημειώνοντας την άκρα ταπείνωση της αυτοκρατορίας και αυτό έναν αιώνα μετά τη θριαμβική διαπίστωση του Κοσμά για την αιωνιότητα του Βυζαντίου. «Από του Ωκεανού» γράφει ο Ιάκωβος «τουτέστι της Σκωτίας και Βρεττανίας και Σπανίας και Φραγγίας και Ιταλίας και Ελλάδος και Θράκης και έως Αντιοχείας και Συρίας και Περσίδος και Πάσης Ανατολής και Αιγύπτου και Αφρικής και άνωθεν Αφρικής, τα όρια των Ρωμαίων έως σήμερον και αι στήλαι των βασιλέων αυτών διά χαλκών και μαρμάρων φαίνονται. Πάντα γαρ τα έθνη υπετάγησαν τοις Ρωμαίοις, κελεύσει Θεού. Σήμερον δε θεωρούμεν την Ρωμανίαν ταπεινωθείσαν». Την Ρωμανίαν, δηλαδή το Βυζάντιο.
Παρ’ όλες τις αντιξοότητες που γνώρισε το Βυζάντιο κατά τους λεγόμενους Σκοτεινούς χρόνους (τέλος 7ου αιώνα ως μέσα 9ου αιώνα), όλοι οι βυζαντινοί αυτοκράτορες θα επιδιώξουν την αποκατάσταση της αυτοκρατορίας, με λίγο ή πολύ επιτυχή ο καθένας αποτελέσματα. Ρόλος άλλωστε του αυτοκράτορα κατά τον νόμο, την Επαναγωγή, είναι «η των απολεσθέντων ανάκτησις», πράγμα που κάνει τον κάθε πόλεμο του Βυζαντίου αμυντικό και δίκαιο. Η ανάληψη επιπλέον από το Βυζάντιο του ρόλου του αμύντορος όλης της χριστιανοσύνης προσδίδει στις στρατιωτικές του επιχειρήσεις κατά των απίστων σταυροφορικό χαρακτήρα. Ο Ρωμαίος πολίτης [ο Βυζαντινός δηλαδή] είναι ο ακραιφνής πιστός χριστιανός. Οι δυο έννοιες, Ρωμαίος και Χριστιανός, είναι ταυτόσημες, τόσο που ο αυτοκράτορας Λέων ΣΤ’ ο Σοφός να αποκαλεί τους Βυζαντινούς «Έθνος Χριστιανών» και κείμενα της εποχής να τους ταυτίζουν με τον Νέον Περιούσιον Λαόν. Στη ρωμαϊκή παγκοσμιό-τητα προστίθεται έτσι η χριστιανική οικουμενικότητα, μετατοπίζοντας ακόμη μακρύτερα, ως τον ουρανό θα έλεγα, τα ιδεατά σύνορα της αυτοκρατορίας.
Όσον αφορά τώρα τα πραγματικά όρια του βυζαντινού κράτους, είναι αυτονόητο ότι αυτά γνωρίζουν διακυμάνσεις, διευρύνσεις και συρρικνώσεις που καταγράφουν κάθε φορά τη θέση της αυτοκρατορίας στη διεθνή πολιτική σκηνή. Μένει ωστόσο πάντοτε γεγονός ο πολυμέτωπος πόλεμος που το Βυζάντιο διεξάγει έναντι των εξωτερικών εχθρών, αυτών που ιδρύουν τα κράτη τους είτε σε πρώην αυτοκρατορικά εδάφη, όπως το χαλιφάτο των Αράβων στη Δαμασκό, γύρω στα 660, καθώς και το βουλγαρικό κράτος στις παραδουνάβιες περιοχές, γύρω στα 645, είτε στις αποσπασθείσες από την επικράτεια περιοχές που αυτονομήθηκαν σταδιακά, όπως, π.χ., η Βενετία, η Ραβέννα ή τα αρμενικά κρατίδια στην Ανατολή.
Έγινε κατανοητό ελπίζω ποιο ήταν το πρόβλημα των συνόρων μιας αυτοκρατορίας που έζησε πάνω από χίλια χρόνια, που άρχισε τον βίο της εξουσιάζοντας αχανείς εκτάσεις σε τρεις ηπείρους (Ασία, Ευρώπη, Αφρική). Ανατολικά από τον Τίγρη και Ευφράτη, βόρεια στον Δούναβη, δυτικά στην Ιταλία και νότια στη Νουμιδία, για να τελειώσει εγκλωβισμένη στα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Ωστόσο, οι επιδρομές των Σλάβων στα ευρωπαϊκά εδάφη και κυρίως οι επιτυχίες των Αράβων στην Ανατολή και στη θάλασσα κατάφεραν να μετατρέψουν, ήδη από το τέλος του 7ου αιώνα, την ως χθες ακόμη κραταιά παγκόσμια αυτοκρατορία σε μια περιφερειακή σχεδόν δύναμη που αγωνιζόταν για την επιβίωσή της, όπως πετυχημένα το επισήμανε ο Ιάκωβος ο Νεοφώτιστος.
Το πρόβλημα των συνόρων ωστόσο της αυτοκρατορίας αυτής είναι ζήτημα όχι μόνον των μεταβαλλόμενων πολιτικών της ορίων αλλά και της σφαίρας επιρροής της. Αυτό που πετυχημένα ο D. Obolensky ονόμασε Βυζαντινή Κοινοπολιτεία (Byzantine Common-wealth). Από την άποψη αυτή θα πούμε χωρίς υπερβολή ότι τα σύνορα του Βυζαντίου συγχέονται με αυτά της ελληνοφωνίας –σε γενικές γραμμές η περιοχή της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ανατολικά της Αδριατικής συμπεριλαμβανομένου μέρους της Κάτω Ιτα-λίας και βέβαια του Ευξείνου Πόντου σχεδόν στο σύνολό του–, και κυρίως συγχέονται με τα σύνορα της ορθοδοξίας, και αυτό άσχετα αν περιοχές, όπως π.χ. η Ρωσία, δεν βρέθηκαν ποτέ εντός των πολιτικών συνόρων της αυτοκρατορίας.
Θεμελιώδες λοιπόν χαρακτηριστικό του Βυζαντίου, που το δια-φοροποιεί από την προγονική Ρώμη, η ορθοδοξία, η ορθή δηλαδή πίστη, της οποίας άλλωστε το δόγμα επεξεργάστηκε το Βυζάντιο, χάρη σε βυζαντινούς ιερωμένους. Οι έξι Οικουμενικές Σύνοδοι που απάντησαν στον Αρειανισμό, αλλά και στην πολύχρονη και πολύπλοκη χριστολογική έριδα τη σχετική με την αληθινή φύση του Χριστού, συγκλήθηκαν όλες σε βυζαντινό έδαφος, κατά πρόσκληση βυζαντινού αυτοκράτορα και επεξεργάστηκαν ελληνιστί το τριαδικό δόγμα, με μόνο μια συμβολή διαιτησίας της ιεραρχικά πρωτόθρονης πάντα Ρώμης. Είναι χαρακτηριστικό ότι το τέλος της χριστολογικής διαμάχης με τον αυτοκρατορικό Όρο που επιβάλλει την εκκλησιαστική ειρήνη συμπίπτει ακριβώς με την απώλεια των ακραίων ανατολικών περιοχών (680/1). Έτσι αναδεικνύεται η Μικρά Ασία ως η κατεξοχήν νευραλγική περιοχή του Βυζαντίου. Αυτή άλλωστε αποτέλεσε, καθ’ όλη τη διάρκεια της αυτοκρατορίας, την πηγή πλούτου σε ανθρώπινο δυναμικό και σε υλικά αγαθά, συνακόλουθα με τη Μακεδονία και τη Θράκη, όπου και η Βασιλεύουσα Κωνσταντινούπολη. Μικρασία, Θράκη και Μακεδονία απαρτίζουν τις ζωτικές περιοχές της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ως το τέλος σχεδόν του βίου της· αυτές, ιδιαίτερα η Μικρασία, έδωσαν στο Βυζάντιο το ανθρώπινο δυναμικό που λάμπρυνε την πολιτική, τη στρατιωτική, την πνευματική και την καλλιτεχνική ιστορία του.