Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014

Γιώργος Πρεβελάκης- Επανέρχεται η απειλή του διχασμού όχι από εσωτερικά αίτια, αλλά από εισαγόμενα.

KEIMENA.
Γεωπολιτικά ρήγματα στην Ευρώπη / του Γιώργου Πρεβελάκη    Δεκέμβριος 23 2011

Αναδημοσίευση από την «Εστία»

Επισκεφθείτε το group της ppol.gr στο Facebook για να σχολιάσετε, να συζητήσετε και να «μοιραστείτε» αυτό το άρθρο


Με την συνήθη καθησυχαστική προσέγγιση, τα ευρωπαϊκά μέσα μαζικής ενημέρωσης εμφανίζουν την διαφοροποίηση της Αγγλίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) ως επεισόδιο με περιορισμένη σημασία: η Αγγλία απλώς αυτοαπομονώθηκε. Πίσω από το προπέτασμα, διαπραγματεύσεις και γραφειοκρατικές διαδικασίες, κρύβονται γεωπολιτικά και γεωπολιτισμικά ρήγματα, η ενεργοποίηση των οποίων απειλεί την ενότητα του δυτικού κόσμου και, ειδικότερα, της Ευρώπης. Οι πρόσφατες ευρωπαϊκο-αγγλικές εξελίξεις πρέπει να ερμηνευθούν μάλλον ως προσεισμικά, παρά ως παροδικά φαινόμενα.

Με το τέλος του «ψυχρού πολέμου» αναβίωσαν οι προπολεμικοί εφιάλτες. Η επανένωση της Γερμανίας και η μακρά ρωσική παρακμή επανέφεραν παλαιούς δυτικούς φόβους, τους οποίους είχε επιβεβαιώσει προπολεμικά το σύμφωνο Ρίμπεντροπ (Ribbentrop)- Μολότοφ (Molotov). Όμως, η γερμανική διπλωματία κατόρθωσε να καθησυχάσει τους Αμερικανούς, εξασφαλίζοντας την συνεργασία τους στην κεντρική και νοτιοανατολική Ευρώπη. Αφέλεια; Νέα μορφή «containment» της Ρωσίας; Επανέκδοση του «appeasement» έναντι της Γερμανίας; Δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί o καθοριστικός παράγων o οποίος οδήγησε τις Ηνωμένες Πολιτείες να εντείνουν τα προβλήματα της αυτοκρατορικής τους υπερ-επέκτασης χάριν της Γερμανίας, χωρίς να αποκομίσουν κάποιο αποφασιστικό όφελος στα Βαλκάνια.

Από την ευρωπαϊκή πλευρά, καθ' ομολογία των εμπνευστών της, επί παραδείγματι του Ζακ Αταλί(Jacques Attali), η πολιτική του ενιαίου νομίσματος περιείχε μια κρυφή γεωπολιτική agenda. Η κρίση της ευρωζώνης εθεωρείτο όχι μόνον αναπόφευκτη, αλλά και επιθυμητή. Θα ανάγκαζε τους ευρωπαϊκούς λαούς να εγκαταλείψουν ένα μεγαλύτερο τμήμα της εθνικής τους κυριαρχίας, ώστε να πραγματοποιηθεί το όνειρο: οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης -δηλαδή η ομοσπονδοποίηση.

Η διεθνής οικονομική κρίση επιτάχυνε τις εξελίξεις. Διαγράφεται, τουλάχιστον ως σχέδιο, μια νέα Ευρώπη, την οποία θα διευθύνουν ευρωπαϊστές τεχνοκράτες, εμπνεόμενοι από την γερμανική μεταπολεμική οικονομική εμπειρία.

Σε αντίθεση με τίς Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, η δημοκρατικότητα των οποίων εδράζεται στο αμερικανικό έθνος, η νέα Ευρώπη, χωρίς ευρωπαϊκό έθνος, θα είναι υποχρεωτικά, κατά τονΙμπέρ Βεντρίν (Hubert Védrine), μεταδημοκρατική.

Καθώς καταρρέουν τα προσχήματα, τα ιστορικά-γεωπολιτικά υποκείμενα αναγκάζονται να τοποθετηθούν. Η Αγγλία διαχωρίζει τη θέση της. Θα κινητοποιήσει τις δυνάμεις της για να προκαλέσει την αποτυχία του σχεδίου. Θα βρει συμμάχους ανάμεσα σε χώρες και σε πολιτικές τάσεις οι οποίες βλέπουν πέραν των άμεσων οικονομικών πλεονεκτημάτων, όσα δηλαδή προσφέρει το άλλο στρατόπεδο.

Όπως και παλαιότερα, η γαλλική στάση είναι κρίσιμος παράγων. Η Γαλλία εμφανίζεται να συντάσσεται με την Γερμανία. Όμως, η γερμανόστροφη πλευρά της γαλλικής κοινωνίας δεν καλύπτει το σύνολο του πολιτικού φάσματος. Ως χώρα-σταυροδρόμι, η Γαλλία δεν ανοίγεται μόνον προς την ευρωπαϊκή ήπειρο, αλλά και προς την Μεσόγειο και τον Ατλαντικό Ωκεανό.

Υπό την πίεση της κρίσης, η Ευρώπη βαδίζει προς την παραδοσιακή της διαίρεση, ανάμεσα στις θαλάσσιες και τις ηπειρωτικές της συνιστώσες. Το ρήγμα αυτό διέσχισε στο παρελθόν και θα επαναδιασχίσει την Γαλλία. Ήδη, για πρώτη φορά από την μεταπολεμική περίοδο, στην γαλλική πολιτική σκηνή αναβιώνει o αντιγερμανικός λόγος.

Στη νέα γεωπολιτική σκακιέρα, η Ρωσία και οι Ηνωμένες Πολιτείες βαραίνουν επίσης. Οι Αμερικανοί θα συνταχθούν με τους Βρετανούς. Η Ρωσία καιροφυλακτεί για να αποκομίσει οφέλη από την δυτική κακοφωνία. Θα χρησιμοποιηθεί και από την Γερμανία, ως απειλή προς τους Αγγλοσάξονες, οι οποίοι παλαιόθεν φοβούνται την σύγκλιση των δύο ηπειρωτικών δυνάμεων.Όμως, η σχέση Ρωσίας-Γερμανίας, παρά τους ιστορικούς τους δεσμούς, δεν υπήρξε ποτέ εύκολη, καθώς ανταγωνίζονται για την επιρροή στον ενδιάμεσο χώρο.

Η άρνηση της Αγγλίας να συνταχθεί με το νέο σύμφωνο, λειτουργεί ως καταλύτης γεωπολιτικών ανακατατάξεων οι οποίες ανακαλούν τις συνθήκες στο πρώτο ήμισυ του περασμένου αιώνα. Η αστάθεια που θα προκύψει θα επηρεάσει έντονα την ελληνική πολιτική, θα επαναφέρει την Ελλάδα ενώπιων παλαιών διλημμάτων και κινδύνων. Αν μπορέσει να ενισχύσει την εθνική της συνοχή, θα έχει αυξημένες διαπραγματευτικές δυνατότητες έναντι των ανταγωνιζομένων ξένων δυνάμεων. Κινδυνεύει, όμως, επίσης, να διασπαστεί σε στρατόπεδα, με κριτήριο τον διεθνή προσανατολισμό. Επανέρχεται η απειλή του διχασμού -όχι από εσωτερικά αίτια, αλλά από εισαγόμενα.

O Γιώργος Πρεβελάκης είναι καθηγητής πανεπιστήμιου στο Παρίσι 

'Αλλα άρθρα του Γιώργου Πρεβελάκη:

2011
2010
2009
2008

Σπυρίδωνος β. Στολίγκα- Η Σ Υ Γ Κ Ρ Ο Υ Σ Η Τ Ω Ν Π Ο Λ Ι Τ Ι Σ Μ Ω Ν (The Clash of Civilizations … Samuel Huntington)

http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/stoligas_sygrousi.pdf

H Σύγκρουση Ανατολής - Δύσης και η πρόκληση Χάντιγκτον

H Σύγκρουση Ανατολής - Δύσης και η πρόκληση Χάντιγκτον

huntington.jpg
Συγγραφέας: 
Συλλογικό
Τιμή: 10 ευρώ
Γράφουν οι: Θ. Στοφορόπουλος, Χ. Γιανναράς, Γ. Καραμπελιάς,
Κείμενα των: W. McNeil, Samuel Ph. Huntington
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Γιώργος Καραμπελιάς, Εισαγωγή............................................ 7
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
Σάμιουελ Φ. Χάντινγκτον
Η σύγκρουση των πολιτισμών;................................................ 29
Η Δύση μοναδική, όχι οικουμενική........................................ 83
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Γουίλιαμ Χ. Μακ Νηλ, Η παρακμή της Δύσης;.................. 119
Θ. Στοφορόπουλος, Το ιδεολογικό προσωπείο των ΗΠΑ...ΛΑΊ
Κ. Ζουράρις, Χάντινγκτον και ...Παπαδιαμάντης............... 157
Χρ. Γιανναράς, Να αποδεχθούμε την πρόκληση................ 165


Μετά την κατάρρευση του ανατολικού στρατοπέδου και την επέμβαση των Δυτικών -με επικεφαλής τους Αμερικάνους- στον Κόλπο, η ιδέα της παγκοσμιοποίησης έγινε ο κεντρικός άξονας της δυτικής ιδεολογίας.
Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη ο κόσμος μας πια είναι ένας ενιαίος κόσμος που αρχίζει από την Καλιφόρνια και φτάνει έως τη... Ν. Υόρκη, περνώντας από την Καλκούτα, ένας κόσμος που διευθύνεται από τις πολυεθνικές και τις ΗΠΑ και όπου ο ρυθμός και η ασθματική ανάσα των χρηματιστηρίων του Τόκιο, της Σιγκαπούρης, του Χονγκ-Κονγκ και της Φραγκφούρτης συναντούν εκείνον του λονδρέζικου Σίτυ και της Γουώλ Στρητ.
Ένας ενιαίος κόσμος στον οποίο οι «δικτατορίες» καταρρέουν σε Ανατολή και Δύση, όπως έγινε στα τέλη της δεκαετίας του ’80 στην Ανατολική Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική και εγκαθίσταται η αντιπροσωπευτική μορφή πολιτεύματος.
Είναι η εποχή της μεγάλης στροφής των διανοούμενων, οι οποίοι συντάσσονται μαζικά πίσω απ’ αυτή τη Νέα Τάξη που φοράει το πρόσωπο των διαδηλώσεων για την πτώση του τείχους του Βερολίνου και κραδαίνει τους Πάτριοτ της δημοκρατίας ενάντια στους Σκουντ του «ολοκληρωτισμού».
Είναι η εποχή του «τέλους» -ας θυμηθούμε, πριν μερικά χρόνια, τη μεγάλη συζήτηση για το «τέλος της ιστορίας» και το βάρδο της, τον Φουκουγιάμα.
Σύμφωνα με έναν ανανεωμένο -ίσως και εκχυδαϊσμένο- εγελιανισμό, η ιστορία ενδύεται την τελική της μορφή, τηςκαπιταλιστικής εμπορευματικής δημοκρατίας, και κάθε ιδιαιτερότητα είναι προορισμένη να εξαλειφθεί μπροστά στις αδήριτες και συνδυασμένες δυνάμεις του εμπορεύματος και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.
Η νίκη των συμμάχων στον Κόλπο παίρνει την όψη θεοδικίας και παραδειγματικής ενσάρκωσης της Νέας Παγκόσμιας Τάξης. Η κατάργηση των δασμών και η ελευθερία του εμπορίου είναι ο πολιορκητικός κριός που αναστατώνει ξεχασμένους πληθυσμούς στις εσχατιές της Σιβηρίας ή του Σινγκ-Κιανγκ και οδηγεί στην εξάλειψη κάθε ιδιαιτερότητας. Το κεφάλαιο ξαναβρίσκει την παγκοσμιοποιητική ισχύ που προανήγγειλε με τόσο λυρικό τρόπο ο Μαρξ στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο.
Όμως η ευφορία δεν κράτησε πολύ. Η παγκοσμιοποίηση και η κατάργηση των δασμών επιταχύνουν τη μεταφορά του επικέντρου της παγκόσμιας οικονομικής συσσώρευσης προς την Άπω Ανατολή και τη Ν.Α. Ασία, γιατί η διαφορά των αμοιβών είναι τέτοια ώστε οι πολυεθνικές προτιμούν να μεταφέρουν την παραγωγή τους παρά να διατηρήσουν την εθνική τους αγορά και τον προστατευτισμό, ο οποίος έχει ξεπεραστεί από την κλίμακα της παραγωγής. Οι πολυεθνικές προτιμούν να φέρουν τον Τρίτο Κόσμο στα προάστια της Νέας Υόρκης και του Λονδίνου -είναι η δημιουργία της περιβόητης κοινωνίας των 2/3- παρά να μειώσουν τα ποσοστά κέρδους που τους εξασφαλίζουν οι μισθοί των μακιλαδόρας του Μεξικού ή των Κινέζων αγροτών-εργατών.
Το αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης είναι η διεθνοποίηση του κεφαλαίου, το οποίο γίνεται διεθνιστικό και «αντι-εθνικιστικό», εξ ου και η γενικευμένη μελαγχολία και υποτονικότητα της οικονομικής, πνευματικής και πολιτιστικής ζωής στη Δύση, που επιπλέον τροφοδοτείται από το θρίαμβο του νεοφιλελευθερισμού. Και αν μερικές «τίγρεις στη μηχανή» του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου, όπως η Σιγκαπούρη ή η Ταϊβάν, μπορούσαν να λειτουργούν τονωτικά για την οικονομία της Δύσης, η καπιταλιστική απογείωση της Κίνας, με πληθυσμό που υπερβαίνει εκείνον του συνόλου της Δύσεως, παράλληλα με την ιαπωνική ισχύ, κινδυνεύει να μεταβάλει σε ζούγκλα τη Νέα -δήθεν αρμονική- Παγκόσμια Τάξη. Η παγκοσμιοποίηση κινδυνεύει να μεταβληθεί σε μπούμερανγκ για την παγκόσμια ηγεμονία της Δύσης, ενισχύοντας  ανταγωνιστικές δυνάμεις και πολιτισμούς.
Ο πόλεμος της Βοσνίας -παρά τη μερική κατίσχυση της Δύσης- μετά από αιματηρές συγκρούσεις τριών ή τεσσάρων χρόνων, η επιβίωση και εδραίωση του ιρανικού καθεστώτος, ακόμα και του Σαντάμ Χουσέϊν, η ενίσχυση του ισλαμισμού στην Αίγυπτο και την Αλγερία, η ανάπτυξη φονταμενταλιστικών κινημάτων στη Δύση, είτε θρησκευτικών είτε ακροδεξιών -χαρακτηριστικές είναι οι βόμβες ακόμα και στους Ολυμπιακούς της Ατλάντα, η διαρκής ενίσχυση του Λεπέν στη Γαλλία, το χωριστικό κίνημα στην Ιταλία, η θυελλώδης άνοδος των ακροδεξιών στην Αυστρία, ο πόλεμος στην Τσετσενία ανάμεσα σε μουσουλμάνους και ορθόδοξους, η ένταση στις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας, η υποβόσκουσα κρίση του Κοσσυφοπεδίου και, κυρίως, η απαρχή συγκρούσεων με την Κίνα γύρω από το μέλλον της Ταϊβάν και για τον έλεγχο της Νότιας Θάλασσας, δείχνουν πως το μέλλον του κόσμου δεν είναι τόσο ρόδινο και πως η παγκοσμιοποίηση κινδυνεύει να οδηγήσει και σε μια καθολικοποίηση των συγκρούσεων και των αντιπαραθέσεων.
Μπροστά σ’ αυτή τη νέα πραγματικότητα που αναδεικνύεται, οΤζόρτζ Σόρος, που αποτέλεσε την κορυφή του χρηματιστηριακού κεφαλαίου στη δεκαετία του ’80 -και, αν θέλετε, το άνθος της παγκοσμιοποίησης- αμφισβητεί ο ίδιος τη μονοδιάστατη κυριαρχία του καπιταλισμού που προκαλεί μια αχαλίνωτη επέκταση των δυνάμεών του και η οποία κινδυνεύει να οδηγήσει σε μια νέα παγκόσμια κρίση, παρόμοια με κείνη του ’29, εξαιτίας της διάλυσης του κοινωνικού κράτους και της μείωσης της ζήτησης που αυτή συνεπάγεται.* Η κρίση των χρηματιστηρίων της Ασίας μοιάζει να ήρθε για να επιβεβαιώσει τόσο τη σαθρή υφή της παγκοσμιοποίησης όσο και να επιτείνει την σύγκρουση Ασίας-Δύσης και στο ίδιο το οικονομικό πεδίο. (Ίσως μάλιστα αποτελέσει και το εφαλτήριο για την ταχύτατη  κατίσχυση των απόψεων του Χάντινγκτον στο εσωτερικό του αμερικάνικου πολιτικού κατεστημένου.)
Ο πεσιμιστής, σπεγκλεριανός θα λέγαμε, Σάμιουελ Χάντινγκτον υπήρξε ένας από τους κυριότερους ιδεολόγους του «ψυχρού πολέμου» και της διαχείρισης-ελέγχου ενός ανταγωνιστικού κόσμου σε όλη την περίοδο 1950-1985. Γνώρισε μια περίοδο έκλειψης, στα τέλη της δεκαετίας του ’80, αρχές του ’90- όταν ο ανταγωνιστικός πόλος της αντίθεσης κατέρρευσε και άφησε «ανεπάγγελτο» τον εξ επαγγέλματος αντικομμουνιστή Χάντινγκτον. Όμως οι εξελίξεις που προαναφέραμε ρυτίδωσαν την ατάραχη αισιοδοξία του «τέλους της ιστορίας» και επέτρεψαν στον Χάντινγκτον να πραγματοποιήσει μια θριαμβευτική επιστροφή, ώστε να αντικαταστήσει και τον «αισιόδοξο» Φουκουγιάμα στο πάνθεον της «ενιαίας σκέψης» και, παρεμπιπτόντως, στις σελίδες του «Foreign Affairs».
Με δύο κείμενά του -το πρώτο το 1993 και με τίτλο «Η σύγκρουση των πολιτισμών;» και το δεύτερο το Νοέμβρη του 1996 με τίτλο «Η Δύση μοναδική και όχι καθολική», που αποτελεί κεφάλαιο του βιβλίου του «Η σύγκρουση των πολιτισμών και η αναδόμηση της Παγκόσμιας Τάξης», τα οποία δημοσιεύουμε- υποστηρίζει την αντίληψη πως μετά την κατάρρευση του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού και τη σταδιακή αποδυνάμωση του εθνικού κράτους, οι ιδεολογικές αντιπαραθέσεις αντικαθίστανται από πολιτισμικές: Ισλάμ εναντίον χριστιανών, ορθόδοξοι εναντίον καθολικών, κομφουκιανός κόσμος εναντίον ινδικού κ.λπ. Επιπλέον οι δυτικές κοινωνίες απειλούνται από την έλλειψη ενός «εχθρού» που θα τους επιτρέπει να διατηρούν τη συνοχή τους· ιδιαίτερα δε η αμερικάνικη κοινωνία απειλείται από την εσωτερική αποσύνθεση που επιφέρει η «πολυπολιτισμική» λογική και η είσοδος Ασιατών και Λατινοαμερικάνων μεταναστών.
Ο Χάντινγκτον  καταγράφει έντεκα διαφορετικούς πολιτισμικούς χώρους σε παγκόσμιο επίπεδο και υποστηρίζει πως η πολιτισμική διαφορά δεν αίρεται με τη χρήση κοινής τεχνολογίας, η Κόκα-Κόλα δεν αρκεί για να επιβάλει την αντιπροσωπευτική δημοκρατία και, με αυτή την έννοια, η Δύση δεν μπορεί να επεκταθεί πέρα από τα ιστορικά της όρια.
Οι παραδοσιακοί πολιτισμοί μάλιστα, μετά από μια πρώτη φάση εκδυτικισμού, εμφανίζουν αντίστροφες τάσεις και απορρίπτουν τις δυτικές αξίες, όπως έγινε στο Ιράν, όπως κινδυνεύει να γίνει στην Αίγυπτο και την Τουρκία και προφανώς στην Ιαπωνία και την Κίνα, τους μεγάλους ανταγωνιστές. Εξ άλλου σε ένα φανταστικό σενάριο πιθανού μελλοντικού πολέμου που κατασκευάζει, η Κίνα συμμαχεί με ένα τμήμα του Ισλάμ εναντίον της Δύσης. Ιδιαίτερα το πρώτο κείμενο που δημοσιεύεται, εκείνο του 1993, ενέχει χαρακτήρα προγράμματος και ιδεολογικού μανιφέστου. Σε αυτό -με πρόσφατο τον πόλεμο του Κόλπου και τον πόλεμο στη Βοσνία σε πλήρη ανάπτυξη- ίσως αφελώς, αποκαλύπτει ανοιχτά και τις προθέσεις του: τον έλεγχο των παγκόσμιων εξελίξεων από μια Δύση που, ενώ βρίσκεται στο απόγειο της δύναμής της, έχει στην ουσία αρχίσει να παρακμάζει. Στη συνέχεια, επειδή δέχθηκε πολλές  επικρίσεις για τον «ψυχροπο­λε­μικό τόνο» των απόψεών του, θα επιμείνει στην ανάπτυξη του θεωρητικού μέρους, για τη σύγκρουση των πολιτισμών. Γι’ αυτό και όποιος θέλει να κατανοήσει τη σκέψη του Χάντινγκτον, σε ό,τι αφορά τις προθέσεις του, θα πρέπει να ανατρέξει οπωσδήποτε σε αυτό το πρώτο κείμενο-μανιφέστο.
Από το «τέλος της ιστορίας» στη Δύση-φρούριο
Το συμπέρασμα γι’ αυτόν είναι πως η Δύση δεν πρέπει να ενσωματώσει στους θεσμούς της, όπως στο ΝΑΤΟ, χώρες που προέρχονται από αλλότριες πολιτισμικές παραδόσεις, για παράδειγμα την Ελλάδα (πράγματι, στο τελευταίο του κείμενο ο Χάντινγκτον υποστηρίζει πως η Ελλάδα και η Τουρκία θα πρέπει να φύγουν από το ΝΑΤΟ), αλλά να οικοδομηθεί ως φρούριο και να αφήσει τους άλλους πολιτισμικούς χώρους να συγκροτήσουν τις δικές τους -ίσως- ενότητες ή να συγκρουστούν μεταξύ τους.
Οι απόψεις του Χάντινγκτον έχουν υποστεί ένα σύνολο επικρίσεων.
Η πρώτη είναι πως ταυτίζει τον εκδυτικισμό με την επέκταση της κατανάλωσης των χάμπουργκερ και της Κόκα-Κόλα και κατά συνέπεια μπορεί αρκετά εύκολα να «αποδείξει» τoν επιφανειακό χαρακτήρα ενός τέτοιου εκδυτικισμού. Όμως ο εκδυτικισμός είναιπριν από όλα η εκβιομηχάνιση και η επέκταση του εμπορεύματος και της εμπορευματικής λογικής. Και η σύγχρονη κοινωνία, με αυτή την έννοια, υπονομεύει τους παραδοσιακούς πολιτισμούς και τις αξίες τους, διαλύει τους οικογενειακούς θεσμούς και επεκτείνει την εξατομίκευση. Αυτή η κριτική -την οποία, παρεμπιπτόντως, κάνει και ο Φουκουγιάμα στον Χάντινγκτον- είναι πράγματι βάσιμη και επισημαίνει ίσως το σημαντικότερο θεωρητικό κενό του: δυστυχώς ή ευτυχώς, ο εκδυτικισμός  έχει πολύ μεγαλύτερο βάθος. Ο σύγχρονος κόσμος έχει πολύ περισσότερα ενοποιητικά στοιχεία, στο πεδίο του τρόπου παραγωγής, διανομής και διαβίωσης από όσα θέλει να παραδεχθεί ο Χάντινγκτον. Και αυτό το κενό είναι συνέπεια του ιδεολογικού περιεχομένου των απόψεών του. Υπερτονίζοντας το βάρος του πολιτισμικού  παράγοντα μπορεί να περιχαρακώσει τη Δύση στο φρούριό της με μεγαλύτερη άνεση. Το πρόβλημα είναι πως οι επικριτές του Χάντινγκτον επιχειρούν την αντίστροφη ιδεολογική παραμόρφωση από τη σκοπιά της «παγκοσμιοποίησης». Υποτιμούν αβασάνιστα τη σημασία των πολιτισμικών διαφορών μέσα από έναν άκρατο -αντίστροφο- οικονομισμό: εκβιομηχάνιση ίσον εκδυτικισμός, αγνοώντας το γεγονός ότι η συγκρότηση μιας κοινωνίας είναι σύνθεση πολλών παραδόσεων και ότι τουλάχιστον στη σημερινή συγκυρία το πολιτισμικό στοιχείο -έστω και εάν δεν έχει την  ακαμψία και την αδιαφάνεια που ισχυρίζεται ο Χάντινγκτον- παραμένει το κυρίαρχο σε ό,τι αφορά τις διαφοροποιήσεις και τις αντιθέσεις του σημερινού κόσμου, παράλληλα με τις διαδικασίες παγκοσμιοποίησης.
 Μια δεύτερη κριτική που συχνά προσάπτεται στον Χάντινγκτον είναι πως τη διαχωριστική γραμμή του ανάμεσα στους πολιτισμούς την έσυρε στο χάρτη «εκ των υστέρων», ώστε να  συμφωνεί με τις απόψεις του. Όμως ακόμα και εάν αυτό είναι αλήθεια, και συχνά έτσι συμβαίνει, εκεί που την τράβηξε υπάρχουν διαφορές πολιτισμών και άρα δεν είναι «τυχαία». Η γραμμή, για παράδειγμα, που τράβηξε στην Ευρώπη βρίσκεται εκεί που χωρίζονταν το ανατολικό και το δυτικό Ρωμαϊκό Κράτος, από τον 4ο αιώνα μ.Χ. και εκεί βρίσκονται σήμερα τα σύνορα Βοσνίας-Κροατίας και Σερβίας. Μπορεί λοιπόν αυτή τη διαχωριστική γραμμή να την ανέγνωσε  με βάση τη σημερινή συγκυρία, όμως διαθέτει ένα πραγματικό υπόβαθρο.
Εν κατακλείδι, ο Χάντινγκτον επισημαίνει μια πραγματική αντίθεση.  Μια αντίθεση η οποία, μετά την κρίση των σοσιαλιστικών και απελευθερωτικών ιδεολογιών, τείνει να περάσει  στο προσκήνιο. Σε μεταβατικές ιστορικές περιόδους όπως η σημερινή, με χαρακτηριστικά  μονοπωλίου δυνάμεως και έλλειψης ή υποχώρησηςανταγωνιστικών ιδεολογιών για την οργάνωση του κόσμου και της κοινωνίας, οι αντιθέσεις των πολιτισμών μεταβάλλονται  σε αποφασιστική παράμετρο της διαμόρφωσης των παγκόσμιων αντιθέσεων. Οι εθνικές, εθνοτικές, θρησκευτικές και πολιτισμικές διαφορές περνούν στο προσκήνιο.
Και αν ίσως ο Χάντινγκτον απολυτοποιεί τη σημασία και το ρόλο των πολιτισμικών αντιθέσεων, στο παρελθόν ήταν πολύ έντονη η αντίστροφη τάση, της υποβάθμισής τους, προς όφελος των ιδεολογικών ή των κοινωνικών αντιθέσεων. Ας αναλογιστούμε όμως  το γεγονός ότι το σοσιαλιστικό στρατόπεδο στο παρελθόν -και μάλιστα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του- είχε ως επίκεντρο το χώρο της σλαβικής ορθοδοξίας και του ασιατικού κομφουκιανισμού.Πράγματι, αν μελετήσουμε την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος στην Ευρώπη θα δούμε ότι αυτογενή και ισχυρά κομμουνιστικά κινήματα τα οποία κατέλαβαν την εξουσία υπήρξαν στη Ρωσία, στη Βουλγαρία και τη Γιουγκοσλαβία, χώρες ορθόδοξης και σλαβικής παράδοσης και πουθενά αλλού.  Όπως εύστοχα παρατήρησε ο Χρήστος Γιανναράς, «ο μπολσεβικισμός αποτέλεσε αίρεση της ορθοδοξίας». Όσο για την Ασία, το κομμουνιστικό κίνημα θα επικεντρωθεί στις χώρες της κομφουκιανής παράδοσης -Κίνα, Κορέα και Βιετνάμ.
Υποτιμούσαμε  λοιπόν, πολύ εύκολα, τη σημασία των πολιτισμικών παραδόσεων, επιμένοντας σε μια σύγκρουση πολιτικών ιδεολογιών, σχεδόν αφηρημένη, και δεν τις παίρναμε σοβαρά  υπόψη μας. Κομμουνιστικές επαναστάσεις ή κινήματα υπήρξαν σε πάρα πολλούς χώρους, όμως κυριάρχησαν σε δύο πολιτισμικούς χώρους, τον ορθόδοξο και τον κομφουκιανό.
Χαρακτηριστική είναι η άνοδος του ισλαμισμού στον αραβικό κόσμο. Στις αρχές του αιώνα  και τον μεσοπόλεμο στις αραβικές εθνικές ελίτ θα κυριαρχεί ο αστικός φιλελευθερισμός, με κατ’ εξοχήν εκφραστή το κόμμα WAFD της Αιγύπτου. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο το Ισλάμ θα συνεχίσει να υποχωρεί και κυρίαρχος θα γίνει ο αραβικός σοσιαλισμός με τον Νάσερ, τον Μπεν Μπέλα, τον Άσαντ, τον Αραφάτ. Ενώ εδώ και δέκα ή είκοσι χρόνια το Ισλάμ σαρώνει και πάλι τον αραβικό κόσμο. Έπρεπε να υπάρξει  η υποχώρηση των αντιπαραθέσεων που στηρίζονταν σε υπερτοπικές - γενικευτικές ιδεολογίες για να περάσουμε στην ανάδειξη πολιτισμικών στοιχείων τα οποία πραγματικά δίνουν μια νέα οπτική στις παγκόσμιες αντιθέσεις. Και αυτό δεν είναι μια «ανακά­λυψη» του Χάντινγκτον. Είναι κάτι που από καιρό έχει επισημανθεί. Ο μεγάλος ιστορικός Φράνκο Βεντούρι,* για παράδειγμα, θα δείξει τη βαθύτατη ομολογία ανάμεσα στον «βιομηχα­νιστικό» μαρξισμό του Λένιν και τον ρώσικο ποπουλισμό του Τκάτσεφ  και, εν τέλει, την κοινή αναφορά τους στην κοινοκτημοσύνη του ρώσικου μιρ, ήδη από την δεκαετία του ’60. Ο Αϊζάια Μπέρλιν θα δείξει στους Ρώσους στοχαστές** του 19ου αιώνα, από τον Μπακούνιν έως τον Χέρτζεν, αυτή τη σχέση  ανάμεσα στην τοπική αγροτική  παράδοση και τον κολεκτιβισμό.
Η σημερινή άνοδος του Χάντινγκτον στο παγκόσμιο  στερέωμα αποτελεί έκφραση της σταδιακής μετακίνησης της Δύσης από τοΤέλος της ιστορίας του Φουκουγιάμα και την παγκόσμια νίκη του δυτικού ανθρώπου - εμπορεύματος, στη λογική της Δύσης-φρού­ριο. Και επειδή εκφέρεται από έναν «οργανικό διανοούμενο» της αμερικάνικης ελίτ αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Δεν θα πρέπει βέβαια να μας διαφεύγει το γεγονός ότι εντάσσεται σε μια ανανεωμένη ψυχροπολεμική λογική. (Ο καθηγητής Μακ Νηλ στο κείμενό του που δημοσιεύουμε στη συνέχεια θεωρεί πως οδηγεί σε έναν Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο). Για τον Χάντινγκτον, η Δύση πρέπει να «πάψει να χαϊδεύει» τον Τρίτο Κόσμο επιζητώντας τη χίμαιρα της παγκόσμιας δημοκρατίας του κεφαλαίου και θα πρέπει να οχυρωθεί για την επόμενη σύγκρουση, προσπαθώντας να αποσοβήσει έναν εξαιρετικά πιθανό ισλαμο-κομφουκιανό συνασπισμό.
Για τον Χάντινγκτον, ιδεολόγο του ψυχρού πολέμου, του Βιετνάμ, του Πενταγώνου και της Τριμερούς Επιτροπής, η Δύση θα πρέπει να οργανωθεί ως «φρούριο», απορρίπτοντας την φενάκη της παγκοσμιοποίησης. Αυτή η φενάκη οδηγεί στην ενίσχυση των οικονομιών της Ασίας, στην αύξηση του ποσοστού των αλλοεθνών μέσα στη δημογραφικά παρακμάζουσα Δύση και στην εμπλοκή της Δύσης στα προβλήματα των αντιπαραθέσεων των άλλων πολιτισμικών χώρων. Κατά συνέπεια η Δύση απειλείται από το σύνδρομο του παγκόσμιου imperium, το οποίο αποσυνέθεσε τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Η Δύση πρέπει να συνεχίσει να μάχεται.Χθες πολεμούσε τον ιδεολογικό εχθρό, τον κομμουνισμό, αύριο θα πρέπει να αντιμετωπίσει τον πολιτισμικό εχθρό. Αν εγκαταλειφθεί στις αυταπάτες της παγκοσμιοποίησης θα καταρρεύσει εκ των ένδον. Το εγχείρημα της Τριμερούς Επιτροπής, στα μέσα της δεκαετίας του ’70, να ενοποιήσει οργανικά την Ιαπωνία, την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, ώστε να αντιμετωπίσουν την ανερχόμενη απειλή της σοβιετικής επιρροής και του Τρίτου Κόσμου, μετά το Βιετνάμ, την πετρελαϊκή κρίση και το Γουωτεργκαίητ, εγχείρημα που υπήρξε αποτελεσματικό και στο οποίο ο Χάντινγκτον έπαιξε κεντρικό ιδεολογικό ρόλο, θα πρέπει να επαναληφθεί και σήμερα, με νέα επιχειρήματα και νέους αντιπάλους. Και το πρώτο βήμα είναι να τονιστεί η ύπαρξη νέων αντιπάλων -των «πολιτισμικών»-  διαπίστωση που στηρίζεται βέβαια σε πραγματικά δεδομένα, αλλά χρησιμοποιείται με έντονα ιδεολογικό τρόπο για να στηρίξει την άποψή του. 
Το σχήμα του Χάντινγκτον λοιπόν είναι το εξής: συγκρότηση του κόσμου σε καθορισμένες ζώνες επιρροής, με «τελική» και μόνον ηγεμονία της Δύσης και «εκκαθάριση» του εσωτερικού μετώπου από στοιχεία «ξένων» πολιτισμικών χώρων (π.χ. εκδίωξη της Τουρκίας και της Ελλάδας από το ΝΑΤΟ -και την Ευρωπαϊκή Ένωση- ώστε να αλληλοσφαχτούν ησύχως) που κινδυνεύουν να οδηγήσουν σε εσωτερικές περιπλοκές. (Όταν, βέβαια, σε ένα άλλο πλαίσιο, ο Κορνήλιος Καστοριάδης ανέφερε ότι η δημοκρατία φθάνει μέχρις εκεί που υπήρξαν οι καθεδρικοί ναοί, μάλλον στηριζόταν σε παρόμοιες διαπιστώσεις).



* Βλέπε  σχετικό άρθρο του, που δημοσιεύεται στο περιοδικό «Άρδην» Νο 11, τεύχος Δεκεμβρίου 1997- Ιανουαρίου 1998.
* Venturi Franco, Les populistes Russes, Minuit, Παρίσι, 1975.
** Βλέπε το ομώνυμο βιβλίο του Τhe  Russian Thinkers, Pelican,Λονδίνο.

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΣΑΜΙΟΥΕΛ ΧΑΝΤΙΓΚΤΟΝ Ο Προκρούστης των πολιτισμών

http://www.iospress.gr/ios2005/ios20051009.htm

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2014

Αναστάσιος Λαυρέντζος: Έφτασε η ώρα να απαντηθεί το ερώτημα που τέθηκε το 1204

Αναστάσιος Λαυρέντζος: Έφτασε η ώρα να απαντηθεί το ερώτημα που τέθηκε το 1204




    Αναστάσιος Λαυρέντζος: Έφτασε η ώρα να απαντηθεί το ερώτημα που τέθηκε το 1204

Το 1204 ήταν ίσως η πιο σημαντική χρονιά για τον ελληνισμό. Ήταν η χρονιά της πρώτης άλωσης της Κωνσταντινούπολης, όταν η πόλη ήταν ακόμη η Νέα Υόρκη του Μεσαίωνα και όχι η σκιά του εαυτού της που έπεσε αργότερα στους Οθωμανούς.
Από την άποψη αυτή το 1204 ήταν απείρως πιο σημαντικό από το 1453, αλλά με βάση το ιστορικό ερώτημα που έθεσε, πιο σημαντικό και από το 1821... Σε αυτό το ερώτημα θα αναφερθούμε στη συνέχεια και θα δείξουμε ότι ήλθε η ώρα να απαντηθεί οριστικά σήμερα...
Το 1204 η ανικανότητα, αλλά και η ανενδοίαστη βουλιμία ενός πολιτικού συστήματος που θυσίασε καθετί συλλογικό και μακροπρόθεσμο στον βωμό του πρόσκαιρου και του ατομικού, έφερε έξω από τα τείχη της Βασιλεύουσας τις ορδές των σταυροφόρων. Αυτοί δεν είχαν παρά να λεηλατήσουν (με ασύλληπτη βαρβαρότητα για χριστιανούς...) μια πόλη της οποίας τον πλούτο δεν είχαν καν φανταστεί. Θα πετύχαιναν έτσι την πρώτη μεγάλη αποικιακή τους κατάκτηση.
Είχαν προηγηθεί 80 χρόνια βυζαντινής παρακμής, εμφυλίων συγκρούσεων και αλληλοϋπονομεύσεων μεταξύ της αυλικής γραφειοκρατίας και της στρατιωτικής αριστοκρατίας, οι οποίες οδήγησαν σε μια ταχύτατη (για τα δεδομένα της εποχής) συρρίκνωση της αυτοκρατορίας. Ελάχιστοι έχουν συνειδητοποιήσει πόσο εύκολα και πόσο γρήγορα χάθηκε την περίοδο αυτή μια τεράστια γεωγραφική έκταση με συμπαγείς ελληνικούς και ελληνόφωνους πληθυσμούς όπως η Μ.Ασία. Κι όμως, τυφλωμένοι από το πάθος τους οι ντόπιοι διεκδικητές της εξουσίας και του πλούτου, δεν δίστασαν να παραδώσουν ακόμη και τα κλειδιά μεγάλων μικρασιατικών πόλεων, προκειμένου να εξασφαλίσουν τη στρατιωτική συνδρομή των Τούρκων φυλάρχων στους εμφύλιους πολέμους τους. Αργότερα θα ερχόταν και η ώρα των σταυροφόρων...
Το 1204 είναι σημαντικό και για έναν ακόμη λόγο. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, συρρικνωμένη σε εδάφη και πληθυσμούς, αλλά κυρίως μέσα από την απόλυτη επικράτηση της ελληνικής γλώσσας στη διοίκηση και στην καθημερινή ζωή, απέβαλλε και τα τελευταία στοιχεία του πολυεθνικού της χαρακτήρα και γινόταν όλο και πιο πολύ ένα μεσαιωνικό ελληνικό κράτος. Μέσα από αυτό το κρατικό μόρφωμα ο ελληνισμός ήταν η απόλυτα κυρίαρχη δύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο, κυρίαρχη σε όλα: στην οικονομία, στην πολιτική, στη γλώσσα. Με την άλωση του 1204 επήλθε και τυπικά η καταστροφή της ελληνικής πολιτικής κυριαρχίας σε αυτή την τεράστια γεωγραφική περιοχή. Έκτοτε δημιουργήθηκε ένα πολιτικό κενό που μόνο ξένες δυνάμεις θα διαγκωνίζονταν για να καλύψουν. Αρχικά το πέτυχε η Δύση, η οποία στη φεουδαρχική της έκφανση δεν είχε ούτε τους θεσμούς ούτε την ιστορική ορμή για να διατηρήσει την επιτυχία της. Αργότερα θα ακολουθούσαν οι Οθωμανοί, οι οποίοι θα επέβαλαν για περισσότερους από τέσσερις αιώνες τη δική τους Pax ala Turka.
Η επακολουθήσασα παρακμή της τουρκικής ισχύος, αλλά και οι ιστορικές συγκυρίες θα ευόδωναν τις αλυτρωτικές προσδοκίες του ελληνικού λαού τετρακόσια χρόνια μετά, όταν με την επανάσταση του 1821 θα άρχιζε η μεγάλη ιστορική εξόρμηση του νεότερου ελληνισμού. Μια εξόρμηση που θα τερματιζόταν οριστικά και δραματικά έναν αιώνα μετά, το 1922, στα βάθη της Μ. Ασίας.
Στα διακόσια χρόνια που κύλησαν από το 1821 έως σήμερα, δόθηκε στον ελληνισμό μια ιστορική ευκαιρία. Να γίνει ένα αυτοδιάθετο ιστορικό υποκείμενο που εν μέρει θα κάλυπτε το πολιτικό κενό που δημιουργήθηκε το 1204. Τελικά ο ελληνισμός δεν τα κατάφερε. Δεν τα κατάφερε σε επίπεδο θεσμών, σε επίπεδο πολιτικών και οικονομικών ηγεσιών, σε επίπεδο συλλογικής πολιτικής ωριμότητας. Είναι αλήθεια βέβαια ότι εξ αρχής του επιβλήθηκε ξένη επιτροπεία. Στη συνέχεια γνώρισε αναρίθμητες δοκιμασίες: βαλκανικοί πόλεμοι, 1ος και 2ος παγκόσμιος πόλεμος, εμφύλιος, μεταναστευτική έξοδος... Γνώρισε όμως και μια πυκνή αλυσίδα εθνικών καταστροφών: από την εκδίωξη του από την Βόρεια και Ανατολική Θράκη, από τη Μ. Ασία και τελικά από την Κωνσταντινούπολη, από την Αλεξάνδρεια, τη Β. Κύπρο και πρόσφατα από την Β. Ήπειρο. Τίποτε από όλα αυτά όμως δεν στάθηκε ικανό να χαλυβδώσει ένα νέο συλλογικό φρόνημα, αυτό που θα οδηγούσε σε μια νέα ελληνική αφήγηση. Και το αποτέλεσμα το ξέρουμε...
Σήμερα ο ελληνισμός κείτεται ενδεής σε μια γωνία της ανατολικής Μεσογείου και για μια ακόμη φορά έρχεται αντιμέτωπος με το τραγικό δίλημμα του 1453 που έθεσε το μακρινό 1204: υποταγή στη Δύση – που πλέον έχει τους θεσμούς για να εξαλείψει την «ελληνική ασυνέχεια» – ή δορυφοροποίηση στη νεοοθωμανική Τουρκία; Σε αυτό το δίλημμα ο ελληνισμός προσέρχεται ιδεολογικά απορρυθμισμένος και έχοντας χάσει κάθε δημογραφική ζωντάνια. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, δέχεται επί πλέον μια μαζική μεταναστευτική εισροή, η οποία αλλάζει άρδην τα κοινωνικά του χαρακτηριστικά.
Για την υπέρβαση αυτής της υπαρξιακής αγωνίας απαιτείται μια νέα ηγεσία. Πάνω από όλα όμως απαιτείται ένα νέο όραμα. Ένα όραμα που θα μπορούσε να δώσει ξανά ζωτικότητα στον ελληνισμό. Ίσως όλα αυτά να συνιστούν έναν Ηράκλειο άθλο, τον οποίο αδυνατεί να επιτελέσει η ελληνική κοινωνία. Σε κάθε περίπτωση πάντως κάποιοι πρέπει να δώσουν την έσχατη μάχη για την υπεράσπιση της αξιοπρέπειας μιας ιστορίας και μιας γλώσσας 4.000 ετών...


ΠΗΓΗ http://infognomonpolitics.blogspot.gr/2014/06/1204.html#.U5Id9HJ_u-l